Δευτέρα, 18 Μαΐου 2009

Ξεκίνησε η βροχή...


Ο ουρανός φωτίζετε γραμμικά από εκλάμψεις φωτός.
Οι στοίβες με τις σημειώσεις και τα μαθήματα που πέρασαν, κι αυτά που θα έρθουν . Τραβηγμένες οι λευκές κουρτίνες του δωματίου και πρώην ζεστός καφές.
Λευκές κουρτίνες τον χειμώνα και μπλε το Καλοκαίρι που πάντα αργώ να αλλάξω.
Η βροχή δυνάμωσε. Κι άλλο. Δεν βλέπεις ποια τον ορίζοντα. Και το χώμα να μυρίζει σαν σκουριά, περίεργη μυρωδιά.

Τρίτη δίνουμε κείμενα. Τα λατρεύω τα κείμενα.

Έχω βγει στην βεράντα, βλέπω καθαρά τις αστραπές στον άνεμο. Ακούω καθαρά τον ήχο. Την συνομωσία της καθυστέρησης που υπάρχει. Η λάμψη και ο κρότος.
Ο αδελφός μου ρωτάει για τον Χέντριξ, το ράδιο τραγουδάει μέσα από παράσιτα το ‘’που να γυρίζεις...’’
Οι γάτες κρυμμένες κάτω από τα δέντρα σαν να απολαμβάνουν την βροχή. Κουρνιάζουν όμορφα στην δροσιά.
Και το δέρμα που ανατριχιάζει στην απαλή δροσιά.

Σταμάτησε η βροχή...οι τελευταίες σταγόνες που έμειναν στις στέγες παφλάζουν στο χώμα. Καφέ μυρίζει η ανάσα μου και τα χέρια μου νικοτίνη, πάνω από τις σημειώσεις και από το στόχο του φωτιστικού...

-η φωτογραφία είναι από την επτά ήμερη στην Ιταλία, βροχή και τότε...

Δευτέρα, 4 Μαΐου 2009

Ταράτσα.

Χάθηκα αυτόν τον καιρό. Λίγο το διάβασμα, λίγο που θα φύγω… Προσπαθώ να τα ετοιμάσω όλα μες το νου. Οι κούτες με τα πράγματα –κάποια πρέπει να πεταχτούν-, το σπίτι άδειο. 8 χρόνια μέσα σε κούτες και όσα χωράει ο νους. Προσπαθώ να πιστέψω, ανθρώπους που βλέπω καθημερνά, θα χαθούν από το παρόν μου. Η θάλασσα. Η μοναξιά του χειμώνα, ύστερα το φθινόπωρο και η ταράτσα. Άνοιξη και γιασεμί στην κατηφόρα μοσκοβολά. Καλοκαίρι παραλία και δειλινά, κιθάρες και πανσέληνος. Τέλη Ιουλίου. Αρχές Αυγούστου.

Είναι αυτό που παθαίνω σαν φεύγω. Πίσω από τα δάκρυα θέλω να κρατήσω εικόνες, να μπορώ να θυμάμαι για πάντα κάτι. Μην μείνουν όλα μια ανάμνηση και την νοσταλγήσω. Προσπαθώ να τα χωρέσω όλα στο νου μου. Τα στριμώχνω, τα πατικώνω μα όλο χάνονται κι όλα γίνονται νοσταλγία. Ίσως γιατί δεν τα βόλεψα ποτέ σωστά μέσα μου και κατρακυλάνε ή ίσως γιατί μόνο έτσι αξίζουν να ζουν σαν νοσταλγία και ανάμνηση.


Τι να σου πω; Τελείωσε και το σχολείο. Χάθηκα και με τους συμμαθητές μου. Πως θα μου λείψουν… Οι φωνές και τα γέλια, τα βρισίδια, οι κοπάνες και οι καυγάδες. Αυτοί έχουν τους δικούς τους εδώ, θα έρχονται Σαββατοκύριακα. Εγώ θα έχω φύγει, δεν ξέρω καν αν θα τους ξανά δω ποτέ όλους μαζί όπως και τώρα. Δεν είχαμε ποτέ καλές σχέσεις. Για σκέψου όμως δεκαοχτώ άτομα διαφορετικά μεταξύ τους κάθε μέρα, κάθε μέρα μαζί, τόσα πρωινά. Και τους συνήθισα και θα μου λείψουν.


Τώρα θα σου πω για την Ταράτσα. Το λημέρι μου στο σπίτι. Αυτό και το τζάκι. Η θέα της παράξενη, από την μία βλέπει το παλιό Χωριό, από την άλλη την θάλασσα που σκάει σε κάτι μυτερά βράχια. Από την άλλη η τεράστια σπηλιά χιλιόμετρα μακριά να χάνετε στο κύμα. Κι αν καθαρίσει ο ουρανός και τα απέναντι νησιά.


Η κεραία, δύο καμινάδες, στέρνα. Όλες τις εποχές πάνω. Το χειμώνα και τα κρύα απογεύματα που κάπνιζαν οι καμινάδες, τότε νύχτωνε νωρίς. Το φθινόπωρο που φεύγουν τα πουλιά. Την άνοιξη που ξανά ‘ρχονται και γεμίζει παπαρούνες το λιβάδι πίσω. Και το καλοκαίρι τις νύχτες τα τζιτζίκια που σβήνουν, βγαίνει το φεγγάρι και το ξημέρωμα ξεκινάνε όπως έσβησαν…