Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2008

ακαθόριστου χρώματος τα δειλινά του Χειμώνα.


Κίτρινα, η και πορτοκαλί

και πότε μοβ.

Πότε ακαθόριστου χρώματος.

Τα δειλινά του Χειμώνα.

Μνημεία.

Βαθιά ριζωμένα στο νου μου.

Τα μοναχικά.

Φτηνά παιχνίδια με το παρόν.



19 Δεκεμβρίου 2008

Αλόννησος


Το τραγούδι που παίζει στο blog αφιερωμένο στην Β.

Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2008

Φασίστες, Μπάτσοι, Μαύρα Σκυλιά, Γουρούνια...
...Πες μου...πείτε μου πως, πώς μπορείτε όλοι να καταπατάτε τα ανθρώπινα δικαιώματα πράττοντας γι αυτά.

Συνένοχο στο φόνο δεν θα με έχετε.

Βία στην βία;
Γιατί χτυπάτε τους μεροκαματιάρηδες;
Γιατί σκοτώνετε τα όνειρα; Γιατί; Γιατί;

Το σύστημα μας έχει επιτάξει.

Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2008

Πρότερα...



Μα είδες πως τα έφεραν οι τρεις μοίρες τα πράγματα; (Λάχεσις, Κλωθώ και Άτροπος)

Δεν έφυγα εγώ πρώτος. Και δεν θα κλάψεις…



Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2008

οι στάλες στο τζάμι.





Η βροχή ξεκίνησε.

Τα χρώματα περνούσαν,

θύελλα πάνω από τον δρόμο.


Κι οι στάλες στο τζάμι.


Εκείνα τα νεκροστέφανα.

Τα σταματημένα ρολόγια.

Μέσα στο κενό του χρόνο.


Πριν γεννηθούν, πριν υπάρχουν…

Μέσα σε ένα πλέριο κενό.





27 Νοέμβρη 2008

Αλόννησος


Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2008

εκείνη η γριά...

Κάθε φορά που περνούσα από το κείνο το στενό, πίσω από τα μυτερά κάγκελα της αυλής, πίσω από το τζάμι, καθόταν εκείνη η γριά, με τα κάτασπρα μαλλιά.

Πάντα κοίταζε το δρομάκι και φόραγε στο κεφάλι κείνο το κουρέλι που έδενε τα μαλλιά της. Πλάι της καθόταν η πενηντάρα αλλοδαπή με τα βαμμένα μαλλιά που έπλεκε συνεχώς φορώντας τα κοκάλινα γεροντίστικα γυαλιά της. Κάθε φορά που πέρναγα από το στενό έβλεπα την θλίψη της γιαγιάς που με κοίταζε με απορία. Και κείνο το αξέχαστο χαμόγελο της αλλοδαπής ήταν τόσο όμορφο. Μου άλλαζε την διάθεση.

Κι όταν νύχτωνε και έκλιναν τα παραθυρόφυλλα του παραθύρου της κουζίνας, καθόταν στο αναπηρικό της καροτσάκι, κάτω από το ημίφως του κόκκινου φωτός της κρεβατοκάμαρά της. Καθόταν κάθε βράδυ του Χειμώνα και κοίταζε την άγρια μαύρη θάλασσα.

Μου έκανε εντύπωση το βλέμμα της και πάντα την κοίταζα καθώς περνούσα. Εδώ και δύο χρόνια πάντα στο παράθυρο, σπάνια την μετακινούσαν έξω στην άδεια αυλή.

Και άδεια γιατί είχε μονάχα μια γλάστρα με κάποιο σάπιο από τον καιρό φυτό και μια άχαρη σκάλα στην γωνία.

Ο γιος της, εκείνος ο χοντρός κύριος με το μουστάκι και το βλέμμα της απάθειας πάντα στα μάτια του, μου την έδινε όταν πήγαινα στο μαγαζί του να πάρω τσιγάρα και μπέρδευε τα Καρέλια με τα Γουίνστον.

Ήταν μία γιαγιά ξεχασμένη, θλιμμένη και θυμάμαι πως με κοίταξε πίσω από τα τζάμια. Ίσως και να μου θύμιζε και την γιαγιά μου…αλλα δεν ήταν.

Επτά και δέκα. Η τσάντα βαριά. Πρώτη ώρα κατεύθυνση αρχαία. Κλαδώνω την πόρτα. Φυσάει ζεστό αεράκι του Νοέμβρη και έχει και έναν δειλό ήλιο. Έχω αργήσει.

Ακούγετε η νεκροκαμπάνα.


‘’Όλο και κάποιος θα ξενιτεύτηκε’’


Το βράδυ τελειώνοντας το μάθημα πέρασα το στενό. Στην άσχημη αυλή το αναπηρικό καροτσάκι της γιαγιάς φορτωμένο μια μαύρη πλαστική σακούλα σκουπιδιών. Το ημίφως του κόκκινου φωτός χωρίς την παρουσία της ανάπηρης περσόνας.

Τρίτη, 18 Νοεμβρίου 2008

Εδώ Πολυτεχνείο 2008.

Χθες δεν βρήκα χρόνο να κάτσω να γράψω τις θέσεις μου για το πολυτεχνείο.
Νιώθω πάντα ένα δέος, μία ντροπή και περηφάνια ταυτόχρονα.
Περηφάνια για τους νέους εκείνης της εποχής που έμαθαν να διεκδικούν και ντροπή για τους ανθρώπους που πάτησαν και συνεχίζουν να ποδοπατούν τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Η τιμή των νεκρών που μας έδωσαν την ελευθερία μας εδώ στο νησί τιμάτε ως εξής:
Σηκωνόμαστε το πρωί της 17 Νοέμβρη. Έχουν γίνει οι πρόβες. Μαζεύεται όλο το σχολείο σε αίθουσα του δήμου και ξεκινά η γιορτή.
Πάντα στην γιορτή του πολυτεχνείου έγραφα κάτι για το αίμα του Νοέμβρη.
Όχι για να γλείψω τους καθηγητές ούτε να φανώ, αλλά γιατί είναι μια γιορτή που την νιώθω πολλή κοντά στην γενιά μου.
Η τιμή για εκείνους τους ανθρώπους από μας τους νέους αποδίδετε με χάχανα, ψιθύρους, παίζοντας παιχνίδια στα κινητά και διάφορα τέτοια.
Φέτος ήταν η χειρότερη γιορτή. Και από θέμα οργάνωσης και από θέμα παρακολούθησης.
Δεν ζήτησα ποτέ από τους συμμαθητές μου να συγκινηθούν, δεν ζήτησα ποτέ να προσέξουν, μόνο να κάνουν ησυχία για τους πέντε-δέκα που θέλουν να ακούσουν.
Τέλος πάντων θα μου πεις στα πιο πολλά σχολεία έτσι γίνετε αφού έχει χαθεί το
νόημα.
Χθες όπως και σε κάθε γιορτή θα βγήκαν οι Έλληνες τσολιάδες με τις κουκούλες θα έσπασαν ότι βρήκαν, θα έπαιξαν ξύλο με τα μπατσόνια όπως κάθε χρόνο δηλαδή.
Είναι και αυτοί άνθρωποι που ξεφτιλίζουν το γεγονός. Γιατί το Πολυτεχνείο δεν ζει.
Έζησε. Ο Καρατζαφέρη θα έτριβε τα χεράκια του όταν θα έπεφτε η πόρτα και οι άκρο δεξιοί θα έκλαιγαν για τον Παπαδόπουλο.
Η γιορτή του Νοέμβρη έχει ξεφτιλιστεί τώρα πια, από εμάς τους ίδιους. Και ξέρεις γιατί; Γιατί πάντα λέμε εμείς για τους άλλους και ποτέ δεν είπαμε για εμάς.
Γιατί κανείς ποτέ δεν ανέλαβε ευθύνες.

[Και σε ένας γνωστό που διαφωνούσαμε έντονα: Ξέρεις δεν βγήκαν από το Πολυτεχνείο Δαμανάκιδες όλοι, πολλά ρουθούνια μάτωσαν και μέσα και έξω.
Δολοφόνοι ήταν και οι στρατιώτες και οι μπάτσοι αλλά και αυτοί που δεν αντιδρούσαν. Και όχι φίλε ‘’μου’’ δεν ήταν καθαρά μια αριστερή επανάσταση, μη βλέπεις που οι φασίστες έτρεμαν τους αριστερούς, ήταν μια επανάσταση που ξεκίνησε από φοιτητές, μπορεί ένα μεγάλο μέρος να ήταν αριστεροί αλλά υπήρχαν και άνθρωποι που κινούνταν στο πολιτικό χώρο του κέντρου και της δεξιάς. Όσο για την μαρτυρία του καραγκιόζη του οδηγού ένα έχω να σου πω, ρώτα και τον αδερφό μου τον ψεύτη. Ας έκανε εξορία όπως έκαναν και άλλοι που αρνήθηκαν. Αν ήταν το παιδί του μέσα θα την έριχνε;]

[Σε έναν αξιόλογο άνθρωπο: Δεν χαμογέλασα γιατί δεν μου φαίνονται ιστορίες του μπαρμπαγιαννάκη αλλά ήταν ένα χαμόγελο βουβό, ειρωνικό για τις καταστάσεις που περιγράφεις, για τις εφημερίδες…Νομίζω πως δεν θα μπορούσα να γελάσω, η θεία μου άλλωστε ήταν μέσα και έφαγε πολλή ξύλο, μου έχει πει πολλά πράγματα για το κλίμα στην εποχή εκείνη]




Σας μιλάνε οι άνθρωποι που τσαλακώθηκαν πίσω απ την πόρτα.
Σας μιλάνε οι νεκροί.
Εδώ πολυτεχνείο.
Σας μιλάνε τα σώματα που έγιναν οδοφράγματα.
Εδώ πολυτεχνείο 1973.
Σας μιλάνε οι φοιτητές.
Εδώ Πολυτεχνείο 2008.
Σας μιλάνε οι προδότες, οι ληστές.
Εδώ Πολυτεχνείο του σήμερα,
κανείς δεν θυμάται, κανείς δεν αναλαμβάνει.
Εδώ Πολυτεχνείο του 73
Αδέλφια μου είμαστε άοπλοι, είμαστε νεκροί.


[Το ποίημα είναι η απάντηση-σχόλιο για την ανάρτηση της φίλης Αγγελίνας http://tpsyxh.blogspot.com/2008/11/17.html ]

Πέμπτη, 13 Νοεμβρίου 2008

Μου είχες πει...



Μου είχες πει:


Να επιστρέψουν οι προδομένοι

μέσα από τα κίτρινα λιβάδια,

να στοιβαχτούν σαν πρόσφυγες

στα υπόγεια.


Σου χα πει:


Πως στους τοίχους γράφτηκαν,

συνθήματα των παραπλανημένων.

Πως μέσα μας βαθιά ανασαίνει η πίστη.


Κάποτε μου χες πει ακόμα:


Πως εκείνα τα μοβ κλειστά όνειρα,

ήταν οι μνήμες από το ποτάμι με τις καλαμιές.

Τότε που ‘μουν παιδί, χαμογέλαγα

και δεν μίλαγα τόσο.


Κι εγώ σου χα πει ακόμα:


Ότι δεν φτάνει κανείς

να κρεμαστεί ανάποδα από

τα σύρματα των στύλων.

Μα ματώνουν οι χειμωνιάτικες ακακίες

τα δάκτυλα μου.




13 Νοεμβρίου 2008

Αλόννησος

Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2008

Έβγαλα τα τσιγάρα μου από την τσέπη ...

Έβγαλα τα τσιγάρα μου από την τσέπη του παντελονιού. Ο τρομερός πονοκέφαλος. Κάθισα στο σβηστό τζάκι, χάζευα τις δεκάδες γόπες, την στάχτη και τα περσινά ξύλα που περίσσεψαν, τα γανωμένα τούβλα...Πάντα μα πάντα από μικρός έως τώρα χάζευα τους ξέθωρους λεκέδες, κι ήταν σαν πρόσωπα, κι άλλοτε ζώα, κι άλλοτε πράγματα ονείρων.

Άναψα το τσιγάρο με τον άσπρο αναπτήρα. Ρούφηξα την λατρεμένη μου πρώτη ρουφηξιά και ένιωθα τον καπνό να τρυπώνει ανάμεσα από τα δόντια μου κι ύστερα μέσα στα πνεμόνια μου να τραυλίζει.

Ο πονοκέφαλος μου έφερνε αναγούλα. Η ένταση από πριν, το κρασί από χθες.

Το διαλυμένο ράδιο ήταν κλιστώ. Από το βάθος της κλειστής πόρτας ακουγόταν ο ήχος από σελίδες βιβλίου.

Από το σαλόνι η ξεχασμένη τηλεόραση έδειχνε κάποια ανούσια ταινία.

Το πορτοκαλί φως του σαλονιού ήταν αναμμένο. Από την καμινάδα του τζακιού έμπαινε ο αέρας που φύσαγε απέξω.

Το στομάχι μου με πέθαινε. Κοίταζα το ρολόι μου τόσο αφηρημένα, που όταν σήκωσα τα μάτια μου να πιάσω το τσιγάρο δεν θυμόμουν ή δεν είχα προσέξει τι ώρα ήταν.




Άκουσα τον ήχο του στην είσοδο, στην βεράντα.

‘’Ανοίγω εγώ!’’

...Άνοιξα λες και ήξερα πως ήσουν. Δεν ξέρω. Ίσως χθες το τηλέφωνο, το στομάχι μου, δεν ξέρω.

Έτρεξες χωρίς να με κοιτάξεις...Έτρεξες κατευθείαν μέσα στο σπίτι.


[Κι είναι δύσκολες, χαλασμένες οι μέρες τον καιρό αυτό]

Πέμπτη, 6 Νοεμβρίου 2008

Είχα φορέσει ήδη το παλτό. Έριξα τα τσιγάρα, τον αναπτήρα και το σουγιά στην τσέπη του σακακιού και τράβηξα το φερμουάρ της.
Η μικρή κούτα ήταν κλειστή και το περιεχόμενό της ασάλευτο δίπλα από το έπιπλο του σαλονιού.
Την πήρα στα χέρια μου και την ακούμπαγα στο στέρνο μου.
Κατέβηκα τις σκάλες τρέχοντας. Έφτασα στην αυλή.
Άναψες τα φώτα από το μηχανάκι. Έβαλες την κούτα στα πόδια σου.
Ανέβηκα.

Ο λιθόστρωτος δρόμος κάτω από το σπίτι μου ήταν έρημος. Ο σκύλος του γείτονα κοιμόταν. Οι λάμπες της ΔΕΗ δεν είχαν ανάψει. Είχε νυχτώσει για τα καλά.
Τέτοια ερημιά που πριν ανάψει το μηχανάκι άκουγα τα κύματα.

Ο θόρυβος της μηχανής που αγκομαχούσε να ανέβει την βαριά ανηφόρα και ύστερα η εξάτμιση έσπαγαν την σιωπή.
Δεν μιλούσαμε. Έβλεπα που κρύωναν τα χέρια της. Κοίταξα στα πεύκα, τα φώτα από το εσωτερικό των σπιτιών, τους πνιγμένους από την νύχτα χώρους. Πότε-πότε κοίταζα ολόισα μπροστά και χάζευα το φως που τρανταζόταν από τον άγριο δρόμο.




Ο αέρας που φύσαγε ήταν παγωμένος, χειμωνιάτικος τώρα πια.
Κρύωνε το πρόσωπό μου.
Ταξίδευε πίσω στον βρομερό αέρα της εξάτμισης τα δάκρυα μου.
Φτάσαμε.
Οι πράσινοι κάδοι, η σαπίλα, οι λερωμένες γάτες τα ογκώδη σκουπίδια που δεν μαζεύτηκαν ποτέ…
Σταμάτησες. Έσβησες το μηχανάκι. Κατέβηκα. Κατέβηκες.
Σου άρπαξα την κούτα. Την ακούμπησα δίπλα στον κάδο.
Έβγαλα τον σουγιά και έσκισα την ταινία που την κρατούσε κλειστή.

Έβαλα το χέρι στην τσέπη μου.
-Δεν ξέρω αν με κοίταξες τότε.- ακούμπησα το τσιγάρο στα χείλη μου και το άναψα.
Με κοίταξες θλιμμένα. Εγώ τόσο θολά καθώς ανέβαινα στο μηχανάκι.
Χωρίς την κούτα στα πόδια σου.
Κινήσαμε πάλι πίσω.
Άργησες να ανάψεις το μηχανάκι, ήταν μεγάλος ο κατήφορος.
Και δεν κοίταξα πίσω.

Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2008

Του ουρανού τα σύρματα

Σάββατο, 1 Νοεμβρίου 2008

Τριμμένος ήλιος.



Γίνηκε το χώμα στάχτη,

στης παλάμης το μέρισμα.

Κοντά στα δάκτυλα.

Άμμος. Μαύρη. Πηχτή.


Τριμμένος ήλιος.

Ράμφη λευκά.

Στου ισχνού ήχου,

το διάβα βράχνιασα.


Ο στερνός ήχος.



1 Νοέμβριου 2008

Αλόννησος

Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2008


Δεν ξέρω πως βρέθηκες εδώ. Τώρα κάτω από την καρέκλα, πλάγια αφημένο το σώμα σου, σε εκείνη την πλαστική κίτρινη σακούλα.
Και τα μάτια σου ακίνητα, δεν κλίνουν.
Πάνω σου κολλημένες μύγες, πετάνε, επιστρέφουν.
Και εκείνη η ψιλή μυρουδιά αποσύνθεσης, δεν απώθησε το βλέμμα μου.
Κοίταξα ώρα. Πείστηκα.
Δεν χρειάστηκε να βρω δύναμη για να σε πιάσω, να σε πετάξω μέχρι να σαπίσεις.
Σε έσυρα από την σακούλα μέχρι τα σκαλιά, έπεσες με την βοήθειά μου στην άλλη κίτρινη σακούλα.
Ακινητοποιήθηκα. Σε κοίταξα, είδα πως δεν ανασαίνεις. Μοναχά τα σταματημένα σου πνευμονία, από τον κοκαλιάρικο θώρα.
Είχες από ώρα πεθάνει.
Δίπλα στον παραγεμισμένο κάδο με τις σακούλες.
Η κίτρινη δική σου με το γκρι.
Πάνω σου κολλημένες μύγες, πετάνε, επιστρέφουν.


Η φωτογραφία παρμένη κάπου από το ίντερνετ.


Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2008

Τα άδεια καπέλα

Νο8

-Μπορώ να κλίσω τα μάτια μου;

-Γιατί; Σε λίγο δεν θα βλέπεις καν.

-Για να μπορέσω να θυμηθώ, να κλέψω χρόνο, στιγμές με κέντρο το εδώ.

-Βρέχει.

-Όχι.

-Μετακινήσου δύο βήματα.

-Δεν βλέπω.

-Άνοιξε τα μάτια τότε.

-Όχι, μην μιλάς.




-Τι είδες;

-Στιγμές.

-Μην κοιτάς πίσω.

-Όταν φεύγω…

-Να μην υπάρχει κάτι να σε κρατήσει.



...Συνεχίζετε...




Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2008

λυσσασμένα άλογα.


Ήταν τα μάτια χρώμα θάλασσας, στα χέρια.
Η φωνή στίγμα λύκων.
Τα ουρλιαχτά των παραφρόνων, λυσσασμένα άλογα.
Κι ο αέρας ο μάρτυρας.




24 Οκτώβρη 2008
Αλόννησος

Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2008

Παιχνίδι

Η απάντηση στην πρόσκληση της Αγγελίνας http://tpsyxh.blogspot.com/ .


Οι κανόνες του παιχνιδιού: Βάλε Link (σύνδεση) προς το άτομο που σε έκανε tag. Γράψε 7 αλήθειες για σένα στο blog σου, κάποιες κοινές, κάποιες περίεργες. Κάνε tag 7 άτομα στο τέλος της ανάρτησης βάζοντας τα ονόματα τους και links προς το blog τους. Ειδοποίησε τους ότι τους έχεις κάνει tag αφήνοντας σχόλιο στο blog τους. Λοιπόν:


  1. Αν και μένω τα τελευταία 8 χρόνια σε νησί κάνω σπάνια μπάνια στην θάλασσα.
  2. Δεν μου αρέσει το κρέας.
  3. Δεν κάνω εύκολα ταξίδια.
  4. Λατρεύω την ποίηση και τα βιβλία.
  5. Μου αρέσει πολύ ο ύπνος.
  6. Κάνω κιθάρα.
  7. Έχω γεννηθεί για την νικοτίνη.


Ευχαριστώ την Αγγελίνα για την πρόσκληση και πετάω το μπαλάκι στους:


http://dariapavlovna.blogspot.com/
http://pkt91.blogspot.com/
http://morpheus91.blogspot.com/
http://dreamcatcher2347.blogspot.com/
http://aerynsfairyland.blogspot.com/
http://www.krokanthrwpos.blogspot.com/

Κυριακή, 19 Οκτωβρίου 2008

ανάμεσα από τα δάση


Τότε τρέχα,
τρέξε ανάμεσα από τα δάση.
Πάτα στα σάπια αυτοκίνητα
και τεντώσου ως τον ουρανό.
Πάνω από τις σκουριασμένες πολιτείες,
πάνω από τα σύννεφα.

Μην κοιτάς πίσω,
-έτσι έφυγες- μην κοιτάς.
Κράτα, λησμόνησε,
όρκισε μέσα στην παλάμη σου,
στίγματα, λάθη, στιγμές,
χλομάδα, νιότη, πιθαμή.

Κι ύστερα διαμελίσου,
στις λυκαυγές απεγνωσμένων μωρών.
Στα νερά του αίματος τα πανάρχαια.
Χαρίσετε όλα, φανερώσου για πάντα.

Γίνε λάμψη και κομμάτι της νύχτα,
Γίνε θάλασσα και αλμύρα.
Εκ του ιερού σώματος.

σε εσένα...


19 Οκτωβρίου 2008
Αλόννησος

Τα άδεια καπέλα

Νο7

-Όλο και κοντεύουμε.
-Και τι; Ξέρουμε τι θα γίνει.
-Δεν είναι υποταγή!
-Τι είναι;
-Θυσία.
-Δηλαδή θύματα; Αυτό μου λες;
-Και θύτες.
-Να δουν στα σπλάχνα μας, στα σωθικά μας την πορεία.
-Αξίζει;
-Τότε τρέξε. Αν έχει τιμή και αξιοπρέπεια.
-Τιμή ο θάνατος;
-Μπορεί...
-Κι εκείνοι θα την βγάλουν καθαροί.
-Αυτοί θα πεθάνουν πριν από μας, αν ποτέ γεννήθηκαν.


...Συνεχίζετε...

Δευτέρα, 13 Οκτωβρίου 2008

της δειλίας του στερνού χρώματος.


Με εικόνες από την αναπαράσταση,
της δειλίας του στερνού χρώματος.

Να μην καταπατηθούν τα όρια της ζωής.
Να ζήσουν στα κελία τους οι άνθρωποι.

Κι εμείς καμένα βεγγαλικά.

13 Οκτώβρη 2008
Αλόννησος

Κυριακή, 12 Οκτωβρίου 2008

Οι απόντες γελωτοποιοί

Γυρισμένοι οι απατηλοί

στο στερνό δρομολόγιο.


Κι άφησαν πίσω τον χρόνο,

μπροστά τους το χάος.


Αντίτιμου ζωής τους .



12 Οκτωβρίου 2008

Αλόννησος

Παρασκευή, 10 Οκτωβρίου 2008

εξαίρετο θάνατο.

Έμειναν ξέμπαρκοι οι άνθρωποι,
σε χίλια πατημένα μοτίβα.

Κι εκείνη η ψυχρή ανείπωτη πείνα.
Θα τιμωρεί τους αιώνια κόλακες.

Που θα δοξάζονται ως αηδίας.
Και κανείς δεν θα τους σπλαχνιστεί.
Κανείς δεν θα τους σώσει.

Από τον εξαίρετο, αποζητημένο θάνατό τους.
Που τους ανήκει άλλωστε.



10 Οκτώβρη 2008
Αλόννησος

Τρίτη, 30 Σεπτεμβρίου 2008

χάρτινα μαχαιριά.

Δίχως περίβλημα τώρα πια.

Με χάρτινα μαχαιριά.

Και περίστροφο η μοναξιά.


Μπορώ να νοσταλγώ, να παραδίνομε στην μνήμη.

Σε εκείνη την πορφυρή άνοιξη.



Ω! Μπορώ πια να αφήσω το σώμα μου.

Να κινήσω για άλλου τόπους.

Δίχως περίβλημα, δίχως κουτί.

Μπορώ να διανύσω τα πτώματα των παρεχομένων.

Με γυάλινο ψαλίδι.


Να έχω τη μνήμη, να έχω τι λήθη.

Τρέφοντας μέσα μου το τίποτα.

Το άβυσσο κομμάτι του κόσμου που μου ανήκει!


Ο κύκλος.


30 Σεπτέμβρη 2008

Αλόννησος


Σάββατο, 27 Σεπτεμβρίου 2008

Τα άδεια καπέλα

Νο6

-(γελώντας) Φτάνουμε.

-Έτσι είναι να γίνει.

-Η μοίρα;

-Ποια μοίρα μωρέ. Η τελική πληρωμή.

-Δηλαδή μου λες πω όλα τώρα πληρώνονται;

-Ναι.

-Και εκείνοι;

-Και εμείς.

-Ρε αυτοί θα πληρώνουνε ακόμα, μέχρι που η ψυχή μας θα φεύγει.

-Τι είναι άραγε αυτό που μας κάνει να μην λοξοδρομούμε;

-Για μένα το τέλος, το ψεύτικο έγκλημα, εμείς που προδώσαμε τους εαυτούς μας, η τιμωρία…

-Εγώ δεν ξέρω. Πιστεύω πως θέλω να φτάσω στο τέλος, για να καταλάβουν κάποτε πως εγώ δεν φοβήθηκα, δεν με ξάφνιζαν οι ετυμηγορίες τους. Έχω τον εαυτό μου έτοιμο για κάθε ποινή.

-Μου λες πως το κάνεις από υποταγή;

-Μπορεί, μα θα καταλάβουν πως λάθεψαν.

-Δεν θα υπάρχεις τότε.

-Μα τότε θα γεννιέμαι.


...Συνεχίζετε...

Πέμπτη, 25 Σεπτεμβρίου 2008

Τα άδεια καπέλα

Νο5

-Κοντεύει να βρέξει.

-Δες πως ο θεός πραγματεύεται τα ανδρείκελα του.

-(γελώντας) Μπλάβιασαν.

-Είναι ευτυχισμένοι.

-Δεν το δείχνουν.

-Είναι ευτυχισμένοι.

-Αι γαμήσου! Που το ξέρεις; Εντάξει, ξέρω είναι ευτυχισμένοι.

-Τρέχουν, καίγονται από την βροχή.

-Ανθρωπάκια;

-Κι εμείς τι είμαστε;

-Ανθρωπάκια, μικροσκοπικά ανθρωπάκια σε λασπωμένους μικρόκοσμους

...Συνεχίζετε...

Δευτέρα, 22 Σεπτεμβρίου 2008

αφαίρεσε το χρώμα.

Ρίξε φορμόλη στα σπλάχνα μου.

Καμφορά στο αίμα μου να πυκνώσει.

Κλίσε τα μάτια κι αφαίρεσε το χρώμα.

Σε ένα ασπρόμαυρο μοτίβο.


Ύστερα σε ένα παλλόμενο παλμό.

Να παλαιωθεί το επίκεντρο του κόσμου.


Μύρισε τον Μάρτη…











Σαν αυγουστιάτικο απόγευμα,

σε γειτονικούς κήπους ανθισμένα γιασεμιά.

Θυμίζει, κείνες τις ξεχασμένες μνήμες.

Κείνα που δεν αποζήτησε κανένας, κανείς.

Και τώρα φθινοποριασμένος Σεπτέμβρης.

Όλα θάβονται στην πηχτή λάσπη.

Κι οι μνήμες.


Πάντα με νωχέλεια.


Τέμνοντας το αόριστο σημείο του κύκλου.


22 Σεπτέμβρη 2008

Αλόννησος

Τα άδεια καπέλα

No4

-Εμείς;

-Χαρτογραφούμε; Τι κάνουμε εμείς;

-Εμείς ξέρουμε απέξω κάθε στοίχο τραγουδιού, κι αν θαρρέψει ποτέ ο χρόνος τον κατατροπώνουμε.

-Δεν χαρτογραφούμε;

-Κάποτε, μα δεν μείναμε εκεί.

-Πήραμε ιδιότητα

-Υπόσταση, σάρκα και οστά.

-Εκείνοι;

-Tabula rasa (λατ.< άγραφος χάρτης).Εκείνοι άλλωστε το διάλεξαν…

-Σεβαστό.

-Γύρνα και πέστα τους, το ξέρω.

-Σεβαστό.(αφού έχει γυρίσει από την πλευρά τους)



...Συνεχίζετε...

Σάββατο, 20 Σεπτεμβρίου 2008

Τα άδεια καπέλα

Νο3

-Και εκεί που πηγάζει η φωτιά τι έχει μου λες;

-Στάχτη, στάχτη που με την βροχή αν τυλιχθείς δεύτερο σώμα γίνετε.

-Άδειο καπέλο;

-Βλέπεις να φορώ κανένα καπέλο;

-Εσύ ξέρεις.

-Τα φανερά είναι αυτά που τρομάζουν.

-Διάφανα είναι πάντα τα καπέλα τους.

-Και έχουν και ακονισμένα νύχια.

-Πίστεψέ με όμως άχρηστα αυτή τη φορά.

-(γελώντας) Το δεύτερο σώμα ξέρω!



...Συνεχίζετε...

Πέμπτη, 18 Σεπτεμβρίου 2008

λησμονιά.


Τρομάζουν, ευελπιστούν

να ανθίσουν στραπατσαρισμένα καράβια.


Η φτηνή η λησμονιά.


Σκεβρωμένοι γλαροί εγγράφονται.

Ενωμένα τα ουράνια.

Σε κείνη την δειλιάζουσα την βασιλεύουσα στάση.


18 Σεπτέμβρη 2008

Αλόννησος

Τρίτη, 16 Σεπτεμβρίου 2008

Τα άδεια καπέλα

Νο2

-Κι όταν βρέχει, χάρτινοι όπως είναι κάτω από τα καπέλα κρύβονται.

-Τρόμος.

-Όταν φοβάσαι κάτι τότε είσαι σίγουρος.

-Ζουν ακόμα όμως.

-Και;

-Είναι εδώ.

-Στην δικιά τους κόλαση.

-Κι εμείς;

-Στην δικιά μας.

-Είναι ακίνδυνοι τώρα πια.

-Γιατί είμαστε γνώστες.

-Όχι γιατί εγώ κι εσύ δεν είμαστε ίδιοι, γιατί τους λαθραίους αναβάτες τους σπαν τα κόκαλα οι αέρες. Δεν έμαθαν να χαρτογραφούν.


...Συνεχίζετε...

Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 2008

Τα άδεια καπέλα

Νο1

-Τι να απόγιναν εκείνοι οι τρομαγμένοι άνθρωποι άραγε;

-Έχουν κρυφτεί κάτω από εκείνα τα άδεια καπέλα, μες την σπαρακτική δειλία τους ονομάζουν τους τόπους.

-Χαρτογραφούν;

-Βαπτίζουν με κάτι από το νόημα της θλίψεως τους τα δεδομένα.

-(γελώντας) Μα αυτό λοιπόν είναι απασχόληση…

-Ναι, το να ορίζεις κάτι που έχει οριστεί και από παλιά.

-Είναι βέβαιο πως πρόκειται για κενούς ή και κοινούς ανθρώπους.

-Τα κενά για τους κενούς.

-Τα κενά για τους αδηφάγους


...Συνεχίζετε...

Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου 2008

μην σε νικήσει.



[Το ποίημα λείπει, να με συχωράτε μα δεν μπορώ να εισβάλω σε ιδιωτικές ζωές, δεν τους άρεσε. Και πάλι συγνώμη!]



Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου 2008

πρίσμα.



Πέφτουν

τα αστέρια διαδοχικά.

Χαρίζονται μάτια

σε τυφλούς.

Κι αν δεις

πίσω από πρίσμα

κίτρινα δέντρα

και μικρά παιδιά.

Τίποτα

δεν επιστρέφετε.


9 Σεπτεμβρίου 2008

Αλόννησος

Δευτέρα, 8 Σεπτεμβρίου 2008

κλουβιά.


Στα γυάλινα κλουβιά μας.

Λατρέψαμε.

Φοβηθήκαμε

Πονέσαμε.

Συνηθίσαμε.

Πίσω από τις ίριδες των φεγγαριών.


7 Σεπτεμβρίου 2008

Αλόννησος

Πέμπτη, 4 Σεπτεμβρίου 2008

υπέροχο κενό.

Ο δρόμος που θόλωνε ήταν μακρύς

Μα δεν τρόμαζε.

Η του ομοιόμορφου σύμπαντος την ζάλη.

Τι υπέροχο κενό !


4 Σεπτεμβρίου 2008

Αλόννησος

Παρασκευή, 29 Αυγούστου 2008

τρομερά λιθάρια


Άλλαξαν οι περίλαμπρες όψεις,

Αναιρέθηκαν τα βήματα.


Πίσω χάθηκε το σύμπαν.

Αυτόφωτα αστέρια.

Τραυματισμένη πίστη.

Βέβηλη αλήθεια.


Παραιτήσου από κάθε δικαίωμα.

Παραιτήσου ΤΩΡΑ!!!


Πριν μας θανατώσουν…

Πριν μας κλίσουν σε κλουβιά.

Πριν καλά-καλά συντριφθεί η λύπη.

Πριν μπορέσουν και υψωθούν τα τρομερά λιθάρια.


Θα γεννούν τα σύγνεφα σίδερα.

Οι ρίζες μαστίγια.


Ούρλιαξε, με πόνο.


Παραιτήσου ΤΩΡΑ!!

Υστερότερα θα είναι αργά.


29 Αυγούστου 2008

Αλόννησος




Τρίτη, 26 Αυγούστου 2008

....


Για ένα κύκλο ζωής πού μόλις έκλεισε…

να είσαστε πάντα καλά!!!!!


Πέμπτη, 21 Αυγούστου 2008

Εν αρχή ην ο πόνος.


Εν αρχή ην ο πόνος.

Κι ύστερα ο λυγμός γιατρεύει.

Από κάρβουνο οι μορφές.

Μόλις που διακρίνονται, μάσκες.

Εν αρχή ην ο τρόμος.

Από λασπωμένη τιμή.

Κι ύστερα τα μάτια χάθηκαν.

Μείωναν όλα τιποτένια.

Θάνατος.


-21 Αυγούστου 2008-

-Αλόννησος-

Παρασκευή, 15 Αυγούστου 2008

παλιάτσοι.


Μοναξιά.

Θλίψη.

Όπως οι παλιάτσοι.

Κι νύχτα...




Προέλκονται γυμνά αγρίμια

της αδιάφορης ζωής.

Αφέθηκε ο δρόμος.

Μετέωρα, αγεφύρωτα καλώδια

Περιστέρια.

Γυρνάνε πίσω.

Φταίνε τα δέντρα που νοστάλγησαν

της στεγνής γης σάρκα.

Ο ήλιος παραιτείτε.

Το στίγμα του ουρανού.

Κι ο θάνατος.

Περνάνε από το φως.

Κι νύχτα…


15 Αυγούστου 2008


Αλόννησος


Τετάρτη, 13 Αυγούστου 2008

Ρεύμα Σάρκας


Να υψωθούν τα σώματα στον ουρανό
να διαλυθούν οι σάρκες.
Να μείνουν καθάριες οι ψυχές.
Μέσα στην εποχή.
Κάτι να απομείνει
από τον κόσμο.


-Αλόννησος- 13 Αυγούστου 2008-

Σάββατο, 26 Ιουλίου 2008

Ακάλυπτος



[...]

-Ρε δεν είναι όμορφα εδώ...έχει πάντα χειμώνα και μυρωδιά κανέλας, λίγα τσιγάρα και μικρή φωτιά και μιλάω και μόνος...Δεν είναι όμορφα.

-Εμένα μου αρέσει…

[...]



-Από κουβέντα μας-

Νεκρών Φωνές




Μας κυκλώνουν οι σκιές των νεκρών

που μοιάζουν αφιονισμένα αγρίμια…

Αγγίζονται…


Κι ύστερα μοιράζουν τις αναδιπλωμένες όψεις.

Κοιμούνται, κοιτάνε τα κλιτά μάτια.

Φτύνονται…


Μόλις χρονικά λαβωθούν υστερούν,

που μεταποιούν την φάρα τους…

Την μπάσταρδη…


Τρέχουν σε καμένα δάση,

πρώιμα ανθισμένα…

Γυρίζουν, Γυρίζουν.

Ξαπλώνουν…


Πόσο να άξιζε, αν τόσο απομένει…

Πόσο να κόστιζε να τώρα πεθαίνει…


-26 Ιουλίου 2008-

-Αλόννησος-

Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2008

Κάτι σαν όνειρο...σαν παραμύθι...ΜΕΡΟΣ 12ο–Το τελευταίο-

Κάτι σαν όνειρο...σαν παραμύθι....

ΜΕΡΟΣ 12ο

‘’Γίνομε αστέρι’’ –Το τελευταίο-

(δεν υπάρχουν διάλογοι και ρόλοι)




Η ταμπέλα δύση και το σκιάχτρο είχαν χαθεί μακριά, κάτω στο άβυσσο χώμα...

Ο μικρός ήταν πιο μόνος από ποτέ...

Τα σύννεφα κι ουρανός ήταν παράλληλες γραμμές στο χρόνο...

Πίσω του κόσμος τιποτένιος, σαν να υπήρξε, ιδεώδης από την λύπη του, χαμένος μες στην ύπαρξη...

Έφτανε στο προορισμό του, μύριζε το χώμα βρεγμένο, πλησίαζε στον χειμώνα...

Νύχτωνε…Τα σύννεφα κίτρινα, κι ήλιος πίσω από το βουνό εκεί που κοιμάται...

Δεν θα ‘ταν ένα τσιγάρο διαδρομή, κόνταινε ο δρόμος και το μονοπάτι ημέρευε.

Πορτοκαλί τα δέντρα, ανάστροφα αντανακλώμενα, τα ουράνια που λάτρεψε...

Ίδρωνε, έσταζε από παντού νερό...

Πάτησε στο χώμα, στο καφέ ξέρω χώμα κι η λάσπη κολλούσε στα γυμνά του πόδια, κίτρινα και μαβιά παρέμεναν τα σύννεφα, και η δύση πόσο όμορφη στο βουβό αλάφιασμα...Ο δρόμος λασπερός, ο χειμώνας παγερός και τα μάτια του στεγνά, στεγνά...Τα βουνά χιονισμένα του χειμώνα κατάκτηση, μα χωρίς τόλμη στη μοίρα αφημένα, κρύα...

Πίσω του μαύρο της αβύσσου χρώμα, όλα είχαν τελειώσει, όλα τελειώνουν...Όλα θέλουν να τελειώσου χωρίς να έχουν ξεκινήσει, όπως δεν εξηγήθηκε ο χρόνος κι ο πόνος μέσα μας...

Τρεκλίζει, πέφτει κάτω, χάνει την ισορροπία του, σηκώνετε, την ξανά βρίσκει... Σταματάει. Συνεχίζει...

Πίσω του η ομίχλη της αβύσσου, νυχτώνει, χάνετε ο ήλιος, κοιμάται, τείνει να εκλείψει. Τρέχει τόσο γρήγορα που μένουν ακίνητες οι σκιές...Τρέχει. Τρέχει κι ύστερα τραμπαλίζετε στον αέρα εκεί που ματώνει η όψη του, σταματά...

Τα μάτια γυαλίζουν, νυχτώνει, κάθε σπιθαμή, κάθε γωνιά ισώνει...

Ασημένια γεννούνται τα γυμνά δέντρα στο πέρασμά του, βηματίζει σε πετρότοπους, ξερότοπους που οδηγούν σε νεκρότοπους δίχως τελειωμούς...

Αδειάζει το κεφάλι του, τα σπλάχνα του...Τον εαυτό του, το είναι του, το εγώ του, οι άλλοι έχουν ίδει χαθεί, ίσως ζουν...Ίσως...Ίσως...

Η ταμπέλα χιλιόμετρα πίσω, δεν φαίνετε καν. Μόνο η μνήμη. Ξεχνά, τα γόνατά του, τα πέλματά του ματωμένα, πληγές και σιδερένια αγκάθια...

Τα ρούχα του κουρελιάζονται στον παγερό άνεμο, ξεκοιλιάζονται τα δέντρα...

Σπλαχνίζετε τους άλλους, τα δέοντα...

Μικρό τιποτένια φως έμεινε ο ήλιος. Πόσο λατρεύτηκε. Χάνετε αργά, αργά σα βάδισμα χελώνας. Δεν έχει κάτι να πιστέψει, κάτι να υψώσει εκεί που υμνείτε η λήθη.

Σφάλματα και η μουσική του σώματος πίσω των καλεί, να γίνουν ένα.

Κουφός εκείνος, ικέτης ο άλλος.

Πίσω του η άβυσσος βυθίζετε και βυθίζει. Ο ουρανός στου ερέβους καλεί.

Πίσω του δεν απομένει ανάσα καμιά, να κρατήσει, να κρατηθεί αυτόφωτη.

Κινούνται όλα γοργά σα να σήμανε, σαν να γύρευε φυλακτό.

Αρχίζει να ουρλιάζει, υστερικά χτυπιέται πότε στον ουρανό πότε στη γη, σκίζει τη σάρκα του, τα χάνει, τον εαυτό του, τη ματιά του, σιχαίνεται, λατρέψει, ξεχνά, θυμάται.

Κι ύστερα ισορροπεί, καταπίνει το δάκρυ του.

Μισή, Αγαπά...Θυσιάζετε, υποφέρει, υπομένει, δεν συμβιβάζετε...

Αγγίζει με πόνο της πληγές του, τις γλύφει να γιατρευτούν μα αρρωσταίνει.

Γίνετε καλά...οι πληγές μεγαλώνουν, μικραίνουν, εξαπλώνονται, εξαλείφονται...

Φωτίζετε, κομματιάζετε σε χίλια κομμάτια, περπατάει μέσα του η θάλασσα...Γίνετε άνθρωπος, άντρας, πεταλούδα, παλιάτσος, σκιάχτρο, μαριονέτα και ξανά παιδί...

Υψώνετε πάνω από τα σύννεφα κι που ο ουρανός είναι καθάριος...

Σηκώνεις τα χέρια, γελάς, δακρύζεις...


...ανάβεις φως, φεγγοβολάς, τότε κλαίω κι εγώ...και μου λες:


‘’Όλοι για κάτι γεννηθήκαμε...’’
και χάνεσαι ψηλά, πολλή ψηλά εκεί στη Ανδρομέδα. Γένεσε αστέρι... Χωρίς να λογαριάζεις τους κόπους που χάραξες, έτσι για να μυρίζουμε εμείς... Οι φαύλοι!




Θα συνεχίσω ‘γώ για σένα...




Σε ευχαριστώ που σήμερα Παρασκευή 25 Ιουλίου 2008 με βοήθησες να το γράψω,

σε ευχαριστώ...-ξέρεις εσύ-


Αφιερωμένο σε όσους χάθηκαν στα ταξίδια τους.

Να μην πάψουμε να ελπίζουμε...

Σε έναν Μπαγάσα που γίνικε αστέρι.

Μου φυλάω μια θλίψει χειμώνα...




...Δεν συνεχίζετε...




Τέλος