Δευτέρα, 13 Απριλίου 2009

Τα κίτρινα σανίδια,

Νύχτωσε για τα καλά. Ένας φίλος πλάι πίνει μπύρα. Όλα όπως τα άφησα ή όπως με άφησαν. Το κόκκινο τσάι σαν αίμα, κρύωσε πια. Τα τσιγάρα ακρίβυναν και πιο εύκολα κατεβαίνουν. Το μαγαζί άδειο. Αριστερά δύο και δεξιά τέσσερις. Τα κίτρινα σανίδια, οι προβολείς φωτίζουν. Τα φώτα από απέναντι και ο δρόμος που λούζεται από κάτω. Δεν κουβαλάω εδώ την μπλε ομπρέλα, εκείνη είναι για το νησί. Για δυνατούς ανέμους. Εδώ δεν φυσάει, που να νιώσεις φύσημα; Ανάμεσα από τις πολυκατοικίες ή στην ασπρόμαυρη διάβαση πεζών;
Άνθρωποι βιασμένοι από την καθημερινότητα κάθονται σταυροπόδι σε καρέκλες. Γονατισμένα τα αυτοκίνητα σέρνονται στα φανάρια.
Έξω 2 η ώρα μένει στάσιμο το σκοτάδι.
Κι μουσική, χάνετε από την κούραση στα αυτιά μου.

Παρασκευή, 10 Απριλίου 2009

7 ημέρες (β' μέρος)




[προς Μέστρε]


[Φλωρεντία]

[Φλωρεντία]


Ημέρα 5η (Βενετία)

8 πρωινό. Ετοιμαστήκαμε και ξεκινήσαμε για Βενετία. Εμείς με το αστικό καραβάκι πήγαμε στο Γραντ Κανάλ και σταματήσαμε στην τελευταία στάση. Η Μ. έγινε μούσκεμα από ένα σκάφος ασθενοφόρο. Φωτογράφησα ότι περισσότερο μπορούσα. Μέσα σε στενά, κάτω από γέφυρες. Αγόρασα μία δερμάτινη μάσκα με μεγάλη γαμψή μύτη. Η μυρουδιά καμιά φορά γινόταν ενοχλητική. Δεν την θεώρησα μια ερωτική πόλη αλλα μια αξιοπερίεργη. Τα σπίτια που ήταν σαν να επέπλεαν στο νερό. Ήταν σαν καράβια. Με εκείνη την πράσινη γλίτσα που έχουν τα μουράγια και οι βράχοι. Οι δρόμοι ήταν σαν λαβύρινθοι. Άνετα χανόσουν. Στην πλατεία τετράποδες πλάκες μαύρες σαν θρανία. Αυτές είπε ο Α. πως τις κάνουν δρόμο σα πλημμυρίσει η πόλη. Και φοράνε τεράστιες μπότες πλαστικές πάνω από το γόνατο σαν εκείνη της βιτρίνας.

Ήπιαμε καφεδάκι δίπλα από την γέφυρα των ξυπόλητων. Ήμασταν κουρασμένοι. Πολλοί περπάτημα. Οι άλλοι έμεινα. Η κ. Λ. ο Μ, ο Κ, εγώ, η Μ, η Ι και η Δ πήγαμε στο σταθμό του τρένου. Μπήκαμε στο τρένο 4 και 10 φεύγει. Περιμέναμε. Παρατηρούσα τον κόσμο μία φοιτήτρια υπογράμμιζε κάτι σε ένα βιβλίο, μία ανοιχτόχρωμη κοπέλα διάβαζε ένα βιβλίο με προσήλωση και μία εξηντάρα γεμάτη ρυτίδες αρχοντική με αποχρώσεις στο μωβ κοίταξε με μελαγχολίας έξω από το παράθυρο. Το τρένο σταμάτησε στο σταθμό του Μέστρε. Τώρα ένα χάρτη και λίγα Ιταλικά για το ξενοδοχείο. Περπατήσαμε 3-4 χιλιόμετρα και μετά από ώρα το βρήκαμε. Η κ. Λ. γεμάτα τα χέρια της τσάντες θα έπεφτε κάτω. Ο Κ. γκρίνιαζε. Φτάσαμε. Είχαμε ιδρώσει. Έκανα μπάνιο και φόρεσα πιζάμες. Η Ι. κοιμόταν. Η Μ. και η Δ. έκαναν ηλιοθεραπεία και έπειτα κοιμήθηκαν. Ο Κ. κοιμήθηκε. Εγώ και Μ. είχαμε αράξει στο παράθυρο του ξενοδοχείου και σφυρίζαμε σε ένα καπί. Γελάσαμε. Χαλαρή μουσική και τσιγάρο στο παράθυρο. Έπειτα ετοιμαστήκαμε, γύρισαν και οι άλλοι. Δεν κατέβηκα για φαί. Έριξα τρομερό γελοίο με την Γ. και Θ. Το βράδυ βγήκαμε σε εκείνη τη μπυραρία-στάβλο. Το φαί το έτρωγες χωρίς μαχαιροπήρουνα. 1 παρά αποχώρησα για το ξενοδοχείο, ούτε που ξέρω πότε γύρισαν. Έμαθα την επόμενη πως κανείς δεν κοιμήθηκε εκτός από εμένα. Η Γ. έχασε την κάρτα και ήθελε να το παίξει και μάγκας και όταν πήγε να βγάλει άλλη είπε το νούμερο στα Ιταλικά –χωρίς να ξέρει- και έμειναν απέξω. Όλο το βράδυ ως το ξημέρωμα έπαιζαν χαρτιά.

[Βενετία]

[Γραντ Κανάλ]

[Βενετία]


Ημέρα 6η (Βενετία – Σαν Μαρίνο – Ανκόνα)

4 το ξημέρωμα. Αναχώρηση από το ξενοδοχείο, πακέτο τα πρωινά. Θυμάμαι τον εαυτό μου μόνιμος να κοιμάται. Ξύπνησα μετά από ώρα στο Σαν Μαρίνο, αρχικά μου θύμισε Περτούλι, μέσα στην ομίχλη με τεράστια έλατα και πέτρινους δρόμους. Το Σαν Μαρίνο φημίζετε λοιπόν για τα αφορολόγητά του. Εγώ δεν είδα καμία διαφορά πάντως. Περιπλανηθήκαμε στα στενά με την Α. και τον Α. 7 και κάτι η ώρα. Τα μαγαζάκια ανοίγουν σιγά-σιγά, ο κόσμος που πίνει καφέ στα μικρά καφέ. Το μουσείο βασανιστηρίων κλειστό. Ένα άγαλμα με κουνούπια. Πόσα άραγε; Ξεκινήσαμε για Ανκόνα. Έπιασε δυνατή βροχή. Έλουζε τες κεραμιδένιες σκεπές των ξεφλουδισμένων σπιτιών. Η Μ. κοιμάται με ανοιχτό στόμα. Φτάνουμε Ανκόνα και μπαίνουμε στο καράβι. Τρώμε μεσημεριανό. Τα ρολόγια μας μέσα στο καράβι ώρα Ελλάδος. Βολευόμαστε στις καμπίνες. Από τις 3 μέχρις τι 9 ύπνο. Ο Μ. ροχαλίζει απελπιστικά. Το ξυπνητήρι της Μ. χτυπάει συνεχώς. Μόνο εγώ το ακούω. Ήχος γύφτικου σκυλάδικου. Καφέ στο σαλόνι του πλοίου με τον Χ. και την Α. τον Γ. και Ι. Η κ. Λ. έχει γενέθλια. Ο Μ. τα κονόμησε από τον κουλοχέρη. Η Μ. έχασε τα ποσοστά της. Η Γ. λέει πως στάνιαρε από φαί. Η Δ. έχει πυρετό. Το βράδυ ανοίγει ένα μπαράκι με λαϊκά στο τέλος του καραβιού. Πίνουμε κρασάκι. Με Γ. και Ι. , Α. και Χ., Δ. , Μ. , Μ., Κ. Ο Κ. πάει για ύπνο. Ακολουθούν Χ. και Α, Γ. και Ι. Χαιρετάμε αυτούς που κατεβαίνουν Πάτρα. Η Δ. ψήνεται στον καναπέ. Ο Μ. και η Μ. παίζουν τάβλι. 3 άγνωστοι έλληνες γελάνε πιο πέρα. 4 η ώρα. 6 φτάνουμε Ηγουμενίτσα. Μισή ώρα αναζητάω την καμπίνα. Την βρίσκω.

[Σαν Μαρίνο]


[Κουνούπια]


[Βροχή]


Ημέρα 7η (Ηγουμενίτσα – Καλαμπάκα – Βόλος – Αλόννησος)

5 η ώρα. Πίνουμε καφέ. Κόσμος που κοιμάται στα πατώματα. Άλλοι στους καναπέδες , στους παιδότοπους. Κουρασμένοι. Κι εκείνοι κι εμείς. Ο ναργιλές του Κ. από Βόλο σε όλο το ταξίδι έσπασε στο καράβι. Τον παρατάει στην καμπίνα. Η ομαδική φωτογραφία. Λείπουν τα παιδία που κατέβηκαν Πάτρα. Ο Θ. κατεβαίνει κρατώντας τον ναργιλέ. Γελάμε. Για πέταμα ήταν. Μπαίνουμε στο λεωφορείο. Από εκεί και πέρα δεν θυμάμαι τίποτα. Μόνο στις στάσεις που κατέβαινα να κάνω τσιγάρο.

Φτάνουμε Βόλο κι από εκεί πίσω Αλόννησο. Είχαμε περάσει τέλεια.


[Ουρανός]


[Κατάρα]




7 Μέρες (α' μέρος)

Ημέρα 1η (Αλόννησος – Βόλος – Γιάννενα – Ηγουμενίτσα)

Ξεκινήσαμε την προηγούμενη Δευτέρα. Η επταήμερη εκδρομή. Πέντε το πρωί. Άντε και να έχω κοιμηθεί 2 ώρες. Χτυπάει το ξυπνητήρι. Πάντα ο ενθουσιασμός δεν με άφηνε να κοιμηθώ. Κατεβαίνω στο λιμάνι. Όλοι με βραχνιασμένες από τον ύπνο φωνές. Χαιρετάμε αυτούς που αφήνουμε πίσω.

Μετά από 3 ώρες φτάνουμε Βόλο. Ο όμορφος κουρασμένος Βόλος. Με τα κατάρτια στο λιμάνι, τους πλανόδιους μουσικούς και τους λιγδωμένους ζητιάνους στα παγκάκια. Τόσα χρόνια πήγαινε-έλα τον συνήθισα τον Βόλο.

Μια βόλτα για κάτι γωνιές που ήθελα να φωτογραφήσω και όλο τις άφηνα.

Έπειτα για καφέ με την Γ. και κουβέντα. Μετά περιμένοντας το λεωφορείο για Ηγουμενίτσα. Είχαμε κλίσει με γκρούπ. Ως το τέλος μας συνήθισαν όμως όλους μας και μπορούσαν να ανέχονται την φασαρία μας. Νομίζω πως και όλοι τους έγιναν πάλι παιδιά. Μετά από ώρα ο οδηγός σταματάει να αγοράσει κάτι μπανάνες. Ξανά ξεκινάμε. Επόμενη στάση Καλαμπάκα και μετά Γιάννενα για 2 ώρες. Φτάνουμε Ηγουμενίτσα και μπαίνουμε στο καράβι στις 12. Το Μπάρι ήταν μακριά 6 ώρες. Βολευτήκαμε στις καμπίνες. Έπεσαν όλοι για ύπνο. Όλοι 8 παιδία ήμασταν μόνο. Τα πίναμε στο μπαρ του πλοίου με τον Μ. και τον Κ. Άδειο το καράβι. Κάτι Ιταλοί που χαζογελούσαν και κάτι άλλοι που κοιμόντουσαν με ανοιχτά στόματα στους καναπέδες. Πήγε 4 η ώρα. Αποχώρησα. 4 και τέταρτο μπόρεσα να βρω την καμπίνα. Λίγο τα κρασάκια, λίγο το ότι το πλοίο ήταν τεράστιο…


[Βόλος]

[Βόλος]

[Μετέωρα]

[Γιάννενα]


Ημέρα 2η (Μπάρι – Πομπηία – Ρώμη)

5 και μισή χτυπάει η πόρτα. Κατεβαίνουμε. Όλος ο κόσμος μαζεμένος στα σαλόνια του πλοίου. Η τάξη μου έπινε καφέ σε ένα κυκλικό σαλόνι. Κατεβήκαμε Μπάρι και από εκεί Πομπηία. Η ξεναγός μια πενηντάρα με μεγάλες πλάτες και πάντα βραχνιασμένη φωνή, κάπνιζε λίντερ μπλε, κυκλοθυμική εκεί που ήταν γλυκιά μπορούσε άνετα να αγριέψει. Ιταλοελληνίδα στην καταγωγή της. Μίλαγε άπιαστα ελληνικά και είχε πολλές γνώσεις. Όπως έλεγε έκανε χρόνια αυτή τη δουλεία. Η Νάπολη γεμάτη σκουπίδια και οι βεράντες των σπιτιών γεμάτε με λουλούδια και άχρηστα αντικείμενα. Μου θύμισε έντονα ως ένα σημείο Ελλάδα. Φτάσαμε Πομπηία. Περιπλανηθήκαμε μέσα στα ερείπια της πόλης. Ο Βεζούβιος ακόμη ενεργός. Φάγαμε σε μια πιτσαρία. Έπειτα αναχωρήσαμε για Ρώμη. Η διαδρομή μεγάλη. Η Θ. και η Γ. μας έκαναν να γελάμε. Σχολίαζαν τα πάντα. Μετά από ώρες φτάσαμε Ρώμη. Το ξενοδοχείο σε παλιό ρυθμό. Με προσεγμένους του κοινόχρηστους χώρους και τα δωμάτια όχι και ιδιαίτερα περιποιημένα.Το βράδυ κάναμε μια βόλτα στην φωτισμένη Ρώμη. Άδεια. Καμία σχέση ο τρόπος διασκέδασης με την Ελλάδα. Τα παιδία κατεβήκαν για μια βόλτα. Δεν ακολούθησα. Άραξα στον κήπο του ξενοδοχείου. Έπειτα πήγα για ύπνο, ούτε που κατάλαβα τι ώρα γύρισαν οι άλλοι.

[Προς Πομπηία]


[Πομπηία]


[Ρώμη]



Ημέρα 3η (Ρώμη – Βατικανό)


8 η ώρα για πρωινό. Όλοι από το γρούπ κάθονται στα τραπέζια. Η Μ. δηλώνει πως σήμερα ντ

ύθηκε πολύ ‘’γιο’’. Μετά ξεκινάμε για Ρώμη. Όλη η ρώμη ένα μνημείο. Το Κολοσσαίο, η Φοντάνα ντι τρέβι, ο ιππόδρομος και χίλια δυο που δεν μπορώ να θυμηθώ τα ονόματα τους. Σωματικός έλεγχος στο Βατικανό για να μπούμε στον Άγιο Πέτρο. Ένα εκατομμύριο χριστιανοτουρίστες περιμένουν στην τεράστια σειρά που σχηματίζει σαλιγκάρι να δούνε την εκκλησία. Γιγάντια υψώνετε μπροστά μας. Με τεράστιες πόρτες, τρούλους που νομίζεις πως δεν υπάρχει ουρανός, ψηφιδωτά πελώρια και γλυπτά του Μιχαήλ Άγγελο. Μετά τη ξενάγηση μας έπιασε η βροχή. Πολλή βροχή, Η Μ. και η Ι. είχαν αδιάβροχο, εγώ και η Μ ομπρέλες. Όλοι άλλοι γινήκαν μούσκεμα. Σταματήσαμε στα μαγαζιά για δώρα και ομπρέλες. Είχαμε δώσει ραντεβού στον Τίβερη με το λεωφορείο. Η βροχή ασταμάτητη. Την απολάμβανα. Τα μπατζάκια του τζιν μου καφέ και μουσκεμένα. Τα μαύρα ξηλωμένα μου σταράκια ού

τε που βράχηκαν. Ξενάγηση μέσα από το λεωφορείο στην πόλη. Ο Κ. σηκώνει το μποξεράκι που αγόρασε με τον πέος από κάποιο άγαλμα του Μιχαήλ Άγγελο να το δείξει στον Μ. η ξεναγός ξεσπάει στα γέλια.

Φτάνουμε στο ξενοδοχείο μούσκεμα. Ένα ντούζ μπας και ζεσταθώ. Πρώτο πιάτο για βραδινό μακαρόνια. Όλο το γκρουπ με βρίζει γιατί δήλωσα πως τρώω το ψάρι. ( μια αηδία πραγματικά, καν

είς δεν έφαγε). Το λεωφορείο μας αφήνει στο κέντρο. Ακολουθούν μαζί μας ο Χ. και η Α. από το γκρουπ και ο Γ. με την Ι. Σε μια πλατεία συναντώ κάτι συμμαθητές μου από Σκιάθο που είχα να δω 8 χρόνια. Μιάμιση ώρα η Σκιάθος από Αλόννησο βρεθήκαμε Ρώμη. Πίνουμε μπιρίτσα. Το κάπνισμα απαγορεύετε σε όλους τους κλειστούς χώρου. Την βγάζουμε στο κρύο η στα μπαλκόνια. Η Μ. η Δ. η Ι. ο Μ και ο Κ. τρώνε κάτι σαν κεμπάπ σε ένα ημιυπόγειο σε ένα στενό δρόμο. Κάτι μαύροι παρά πέρα

. Ψάχνουμε για ταξί στους ιδρωμένους δρόμους, η Γ. τρέμει από το κρύο, εμένα πονάνε πολύ τα πόδια. Οι μαύροι καπνίζουν τσιγαριλίκι. Το συμπέρασμα του Μ. είναι ότι δεν είναι κεμπάπ αλλα κεμπάφ. Βρίσκουμε ταξί και γυρνάμε στο ξενοδοχείο. Μαζεύω ρούχα, έχουμε ταξίδι αύριο.


[Κολοσέο]

[Φοντάνα ντι τρέβι]

[Το άγαλμα της παναγίας με τον Χριστό στον Άγιο Πετρο]


Ημέρα 4η ( Ρώμη – Φλωρεντία – Βενετία)

7 πρωινό. Ταξίδι για Φλωρεντία. Ο Α. είχε σπουδάσει στην καλόν τεχνών εκεί. Είδαμε το σπίτι του, ένα μαγαζάκι στενό με κατεβασμένα τα γκρι ρολά του. Η πόλη παραδοσιακά και πεζοδρομημένη. Ήρεμη και όμορφη πόλη, καμία σχέση με τη Ρώμη. 2 ώρες ελεύθερες για ψώνια. Καρτ-ποστάλ και δώρα. Δεν ψωνίζω ποτέ για μένα. Μία γιαγιά σε ένα πάγκο ξέρει Ελληνικά. Από Αλόννησο μας λέει, είχα έρθει πριν χρόνια…Ο άντρας της έλληνας. Μου αρέσει να πιάνω κουβέντα με τους πλανόδιους. Η γυναίκα με το μαγαζί που είχε κοσμήματα που έφτιαχνε εκείνη. Πριγκηπέσα λένε την Γάτα μου, έτσι και το μαγαζί. Τα γραφικά στενά με τις πλάκες.

Φτάνουμε στην πλατεία, εκεί που είχε γυριστεί και ο Χάνιμπαλ. Στην πλατεία που κρεμάει εκείνον και κάνει μια τομή στην κοιλία του και σκάνε τα στομάχια του κάτω…(πρόσφατα την είδα γι αυτό). Περιστέρια πάνω στα αγάλματα. Ένα τεντώνει το λαιμό του φουσκώνοντας και προσπαθεί να ζευγαρώσει. Ο Α. τα θεωρεί ποντίκια με φτερά και ο Κ. προσπαθεί να τα κλωτσήσει. Ένα σχολείο από την Πύλο μας φωνάζει πατριώτες και φωτογραφιζόμαστε παρέα. Ο συνοδός τους ένας πολλή χαμογελαστός άνθρωπος. 12 και τέταρτο στην γωνία. Ο Α. φορτωμένος ένα κάρο Ιταλικά βιβλία. Ξεκινάμε να βρούμε το άλλο μισό γκρουπ. Τους βρίσκουμε και πάμε για το λεωφορείο. Περνάμε μια υπόγεια διάβαση. Μπαίνουμε στο λεωφορείο και φεύγουμε για Βενετία. Το ξενοδοχείο ένα τεράστιο μοντέρνο κτίριο από γυαλί, δίπλα σε ένα κανάλι. Φωταγωγημένο με σιντριβάνια. Τρώμε βραδινό. Κανονίζουμε να βγούμε με ένα σχολείο από την Αθήνα, σε μία μπιραρία. Στάβλο την λέγαμε γιατί είχε τσόφλια από φιστίκια κάτω, ήταν κανονισμός άλλωστε, έτρωγες δωρεάν φιστίκια και τα τσόφλια κάτω. Έξω την έβγαλα και εδώ. Ρίξαμε πολύ γέλιο και συνεχίσαμε ως τις 4 στο ξενοδοχείο. Τα παιδιά το άλλο πρωί έφευγαν. Χαιρετηθήκαμε…


[σε δύο μέροι γιατί προέκυψε πρόβλημα με το ανέβασμα]