Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2008

Πρότερα...



Μα είδες πως τα έφεραν οι τρεις μοίρες τα πράγματα; (Λάχεσις, Κλωθώ και Άτροπος)

Δεν έφυγα εγώ πρώτος. Και δεν θα κλάψεις…



Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2008

οι στάλες στο τζάμι.





Η βροχή ξεκίνησε.

Τα χρώματα περνούσαν,

θύελλα πάνω από τον δρόμο.


Κι οι στάλες στο τζάμι.


Εκείνα τα νεκροστέφανα.

Τα σταματημένα ρολόγια.

Μέσα στο κενό του χρόνο.


Πριν γεννηθούν, πριν υπάρχουν…

Μέσα σε ένα πλέριο κενό.





27 Νοέμβρη 2008

Αλόννησος


Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2008

εκείνη η γριά...

Κάθε φορά που περνούσα από το κείνο το στενό, πίσω από τα μυτερά κάγκελα της αυλής, πίσω από το τζάμι, καθόταν εκείνη η γριά, με τα κάτασπρα μαλλιά.

Πάντα κοίταζε το δρομάκι και φόραγε στο κεφάλι κείνο το κουρέλι που έδενε τα μαλλιά της. Πλάι της καθόταν η πενηντάρα αλλοδαπή με τα βαμμένα μαλλιά που έπλεκε συνεχώς φορώντας τα κοκάλινα γεροντίστικα γυαλιά της. Κάθε φορά που πέρναγα από το στενό έβλεπα την θλίψη της γιαγιάς που με κοίταζε με απορία. Και κείνο το αξέχαστο χαμόγελο της αλλοδαπής ήταν τόσο όμορφο. Μου άλλαζε την διάθεση.

Κι όταν νύχτωνε και έκλιναν τα παραθυρόφυλλα του παραθύρου της κουζίνας, καθόταν στο αναπηρικό της καροτσάκι, κάτω από το ημίφως του κόκκινου φωτός της κρεβατοκάμαρά της. Καθόταν κάθε βράδυ του Χειμώνα και κοίταζε την άγρια μαύρη θάλασσα.

Μου έκανε εντύπωση το βλέμμα της και πάντα την κοίταζα καθώς περνούσα. Εδώ και δύο χρόνια πάντα στο παράθυρο, σπάνια την μετακινούσαν έξω στην άδεια αυλή.

Και άδεια γιατί είχε μονάχα μια γλάστρα με κάποιο σάπιο από τον καιρό φυτό και μια άχαρη σκάλα στην γωνία.

Ο γιος της, εκείνος ο χοντρός κύριος με το μουστάκι και το βλέμμα της απάθειας πάντα στα μάτια του, μου την έδινε όταν πήγαινα στο μαγαζί του να πάρω τσιγάρα και μπέρδευε τα Καρέλια με τα Γουίνστον.

Ήταν μία γιαγιά ξεχασμένη, θλιμμένη και θυμάμαι πως με κοίταξε πίσω από τα τζάμια. Ίσως και να μου θύμιζε και την γιαγιά μου…αλλα δεν ήταν.

Επτά και δέκα. Η τσάντα βαριά. Πρώτη ώρα κατεύθυνση αρχαία. Κλαδώνω την πόρτα. Φυσάει ζεστό αεράκι του Νοέμβρη και έχει και έναν δειλό ήλιο. Έχω αργήσει.

Ακούγετε η νεκροκαμπάνα.


‘’Όλο και κάποιος θα ξενιτεύτηκε’’


Το βράδυ τελειώνοντας το μάθημα πέρασα το στενό. Στην άσχημη αυλή το αναπηρικό καροτσάκι της γιαγιάς φορτωμένο μια μαύρη πλαστική σακούλα σκουπιδιών. Το ημίφως του κόκκινου φωτός χωρίς την παρουσία της ανάπηρης περσόνας.

Τρίτη, 18 Νοεμβρίου 2008

Εδώ Πολυτεχνείο 2008.

Χθες δεν βρήκα χρόνο να κάτσω να γράψω τις θέσεις μου για το πολυτεχνείο.
Νιώθω πάντα ένα δέος, μία ντροπή και περηφάνια ταυτόχρονα.
Περηφάνια για τους νέους εκείνης της εποχής που έμαθαν να διεκδικούν και ντροπή για τους ανθρώπους που πάτησαν και συνεχίζουν να ποδοπατούν τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Η τιμή των νεκρών που μας έδωσαν την ελευθερία μας εδώ στο νησί τιμάτε ως εξής:
Σηκωνόμαστε το πρωί της 17 Νοέμβρη. Έχουν γίνει οι πρόβες. Μαζεύεται όλο το σχολείο σε αίθουσα του δήμου και ξεκινά η γιορτή.
Πάντα στην γιορτή του πολυτεχνείου έγραφα κάτι για το αίμα του Νοέμβρη.
Όχι για να γλείψω τους καθηγητές ούτε να φανώ, αλλά γιατί είναι μια γιορτή που την νιώθω πολλή κοντά στην γενιά μου.
Η τιμή για εκείνους τους ανθρώπους από μας τους νέους αποδίδετε με χάχανα, ψιθύρους, παίζοντας παιχνίδια στα κινητά και διάφορα τέτοια.
Φέτος ήταν η χειρότερη γιορτή. Και από θέμα οργάνωσης και από θέμα παρακολούθησης.
Δεν ζήτησα ποτέ από τους συμμαθητές μου να συγκινηθούν, δεν ζήτησα ποτέ να προσέξουν, μόνο να κάνουν ησυχία για τους πέντε-δέκα που θέλουν να ακούσουν.
Τέλος πάντων θα μου πεις στα πιο πολλά σχολεία έτσι γίνετε αφού έχει χαθεί το
νόημα.
Χθες όπως και σε κάθε γιορτή θα βγήκαν οι Έλληνες τσολιάδες με τις κουκούλες θα έσπασαν ότι βρήκαν, θα έπαιξαν ξύλο με τα μπατσόνια όπως κάθε χρόνο δηλαδή.
Είναι και αυτοί άνθρωποι που ξεφτιλίζουν το γεγονός. Γιατί το Πολυτεχνείο δεν ζει.
Έζησε. Ο Καρατζαφέρη θα έτριβε τα χεράκια του όταν θα έπεφτε η πόρτα και οι άκρο δεξιοί θα έκλαιγαν για τον Παπαδόπουλο.
Η γιορτή του Νοέμβρη έχει ξεφτιλιστεί τώρα πια, από εμάς τους ίδιους. Και ξέρεις γιατί; Γιατί πάντα λέμε εμείς για τους άλλους και ποτέ δεν είπαμε για εμάς.
Γιατί κανείς ποτέ δεν ανέλαβε ευθύνες.

[Και σε ένας γνωστό που διαφωνούσαμε έντονα: Ξέρεις δεν βγήκαν από το Πολυτεχνείο Δαμανάκιδες όλοι, πολλά ρουθούνια μάτωσαν και μέσα και έξω.
Δολοφόνοι ήταν και οι στρατιώτες και οι μπάτσοι αλλά και αυτοί που δεν αντιδρούσαν. Και όχι φίλε ‘’μου’’ δεν ήταν καθαρά μια αριστερή επανάσταση, μη βλέπεις που οι φασίστες έτρεμαν τους αριστερούς, ήταν μια επανάσταση που ξεκίνησε από φοιτητές, μπορεί ένα μεγάλο μέρος να ήταν αριστεροί αλλά υπήρχαν και άνθρωποι που κινούνταν στο πολιτικό χώρο του κέντρου και της δεξιάς. Όσο για την μαρτυρία του καραγκιόζη του οδηγού ένα έχω να σου πω, ρώτα και τον αδερφό μου τον ψεύτη. Ας έκανε εξορία όπως έκαναν και άλλοι που αρνήθηκαν. Αν ήταν το παιδί του μέσα θα την έριχνε;]

[Σε έναν αξιόλογο άνθρωπο: Δεν χαμογέλασα γιατί δεν μου φαίνονται ιστορίες του μπαρμπαγιαννάκη αλλά ήταν ένα χαμόγελο βουβό, ειρωνικό για τις καταστάσεις που περιγράφεις, για τις εφημερίδες…Νομίζω πως δεν θα μπορούσα να γελάσω, η θεία μου άλλωστε ήταν μέσα και έφαγε πολλή ξύλο, μου έχει πει πολλά πράγματα για το κλίμα στην εποχή εκείνη]




Σας μιλάνε οι άνθρωποι που τσαλακώθηκαν πίσω απ την πόρτα.
Σας μιλάνε οι νεκροί.
Εδώ πολυτεχνείο.
Σας μιλάνε τα σώματα που έγιναν οδοφράγματα.
Εδώ πολυτεχνείο 1973.
Σας μιλάνε οι φοιτητές.
Εδώ Πολυτεχνείο 2008.
Σας μιλάνε οι προδότες, οι ληστές.
Εδώ Πολυτεχνείο του σήμερα,
κανείς δεν θυμάται, κανείς δεν αναλαμβάνει.
Εδώ Πολυτεχνείο του 73
Αδέλφια μου είμαστε άοπλοι, είμαστε νεκροί.


[Το ποίημα είναι η απάντηση-σχόλιο για την ανάρτηση της φίλης Αγγελίνας http://tpsyxh.blogspot.com/2008/11/17.html ]

Πέμπτη, 13 Νοεμβρίου 2008

Μου είχες πει...



Μου είχες πει:


Να επιστρέψουν οι προδομένοι

μέσα από τα κίτρινα λιβάδια,

να στοιβαχτούν σαν πρόσφυγες

στα υπόγεια.


Σου χα πει:


Πως στους τοίχους γράφτηκαν,

συνθήματα των παραπλανημένων.

Πως μέσα μας βαθιά ανασαίνει η πίστη.


Κάποτε μου χες πει ακόμα:


Πως εκείνα τα μοβ κλειστά όνειρα,

ήταν οι μνήμες από το ποτάμι με τις καλαμιές.

Τότε που ‘μουν παιδί, χαμογέλαγα

και δεν μίλαγα τόσο.


Κι εγώ σου χα πει ακόμα:


Ότι δεν φτάνει κανείς

να κρεμαστεί ανάποδα από

τα σύρματα των στύλων.

Μα ματώνουν οι χειμωνιάτικες ακακίες

τα δάκτυλα μου.




13 Νοεμβρίου 2008

Αλόννησος

Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2008

Έβγαλα τα τσιγάρα μου από την τσέπη ...

Έβγαλα τα τσιγάρα μου από την τσέπη του παντελονιού. Ο τρομερός πονοκέφαλος. Κάθισα στο σβηστό τζάκι, χάζευα τις δεκάδες γόπες, την στάχτη και τα περσινά ξύλα που περίσσεψαν, τα γανωμένα τούβλα...Πάντα μα πάντα από μικρός έως τώρα χάζευα τους ξέθωρους λεκέδες, κι ήταν σαν πρόσωπα, κι άλλοτε ζώα, κι άλλοτε πράγματα ονείρων.

Άναψα το τσιγάρο με τον άσπρο αναπτήρα. Ρούφηξα την λατρεμένη μου πρώτη ρουφηξιά και ένιωθα τον καπνό να τρυπώνει ανάμεσα από τα δόντια μου κι ύστερα μέσα στα πνεμόνια μου να τραυλίζει.

Ο πονοκέφαλος μου έφερνε αναγούλα. Η ένταση από πριν, το κρασί από χθες.

Το διαλυμένο ράδιο ήταν κλιστώ. Από το βάθος της κλειστής πόρτας ακουγόταν ο ήχος από σελίδες βιβλίου.

Από το σαλόνι η ξεχασμένη τηλεόραση έδειχνε κάποια ανούσια ταινία.

Το πορτοκαλί φως του σαλονιού ήταν αναμμένο. Από την καμινάδα του τζακιού έμπαινε ο αέρας που φύσαγε απέξω.

Το στομάχι μου με πέθαινε. Κοίταζα το ρολόι μου τόσο αφηρημένα, που όταν σήκωσα τα μάτια μου να πιάσω το τσιγάρο δεν θυμόμουν ή δεν είχα προσέξει τι ώρα ήταν.




Άκουσα τον ήχο του στην είσοδο, στην βεράντα.

‘’Ανοίγω εγώ!’’

...Άνοιξα λες και ήξερα πως ήσουν. Δεν ξέρω. Ίσως χθες το τηλέφωνο, το στομάχι μου, δεν ξέρω.

Έτρεξες χωρίς να με κοιτάξεις...Έτρεξες κατευθείαν μέσα στο σπίτι.


[Κι είναι δύσκολες, χαλασμένες οι μέρες τον καιρό αυτό]

Πέμπτη, 6 Νοεμβρίου 2008

Είχα φορέσει ήδη το παλτό. Έριξα τα τσιγάρα, τον αναπτήρα και το σουγιά στην τσέπη του σακακιού και τράβηξα το φερμουάρ της.
Η μικρή κούτα ήταν κλειστή και το περιεχόμενό της ασάλευτο δίπλα από το έπιπλο του σαλονιού.
Την πήρα στα χέρια μου και την ακούμπαγα στο στέρνο μου.
Κατέβηκα τις σκάλες τρέχοντας. Έφτασα στην αυλή.
Άναψες τα φώτα από το μηχανάκι. Έβαλες την κούτα στα πόδια σου.
Ανέβηκα.

Ο λιθόστρωτος δρόμος κάτω από το σπίτι μου ήταν έρημος. Ο σκύλος του γείτονα κοιμόταν. Οι λάμπες της ΔΕΗ δεν είχαν ανάψει. Είχε νυχτώσει για τα καλά.
Τέτοια ερημιά που πριν ανάψει το μηχανάκι άκουγα τα κύματα.

Ο θόρυβος της μηχανής που αγκομαχούσε να ανέβει την βαριά ανηφόρα και ύστερα η εξάτμιση έσπαγαν την σιωπή.
Δεν μιλούσαμε. Έβλεπα που κρύωναν τα χέρια της. Κοίταξα στα πεύκα, τα φώτα από το εσωτερικό των σπιτιών, τους πνιγμένους από την νύχτα χώρους. Πότε-πότε κοίταζα ολόισα μπροστά και χάζευα το φως που τρανταζόταν από τον άγριο δρόμο.




Ο αέρας που φύσαγε ήταν παγωμένος, χειμωνιάτικος τώρα πια.
Κρύωνε το πρόσωπό μου.
Ταξίδευε πίσω στον βρομερό αέρα της εξάτμισης τα δάκρυα μου.
Φτάσαμε.
Οι πράσινοι κάδοι, η σαπίλα, οι λερωμένες γάτες τα ογκώδη σκουπίδια που δεν μαζεύτηκαν ποτέ…
Σταμάτησες. Έσβησες το μηχανάκι. Κατέβηκα. Κατέβηκες.
Σου άρπαξα την κούτα. Την ακούμπησα δίπλα στον κάδο.
Έβγαλα τον σουγιά και έσκισα την ταινία που την κρατούσε κλειστή.

Έβαλα το χέρι στην τσέπη μου.
-Δεν ξέρω αν με κοίταξες τότε.- ακούμπησα το τσιγάρο στα χείλη μου και το άναψα.
Με κοίταξες θλιμμένα. Εγώ τόσο θολά καθώς ανέβαινα στο μηχανάκι.
Χωρίς την κούτα στα πόδια σου.
Κινήσαμε πάλι πίσω.
Άργησες να ανάψεις το μηχανάκι, ήταν μεγάλος ο κατήφορος.
Και δεν κοίταξα πίσω.

Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2008

Του ουρανού τα σύρματα

Σάββατο, 1 Νοεμβρίου 2008

Τριμμένος ήλιος.



Γίνηκε το χώμα στάχτη,

στης παλάμης το μέρισμα.

Κοντά στα δάκτυλα.

Άμμος. Μαύρη. Πηχτή.


Τριμμένος ήλιος.

Ράμφη λευκά.

Στου ισχνού ήχου,

το διάβα βράχνιασα.


Ο στερνός ήχος.



1 Νοέμβριου 2008

Αλόννησος