Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2009

Ξένοι τόποι και άλλοτε οικείοι και βρόχινοι.

Οι συμπωτικές γραμμές των τρόλεϊ και οι φωτεινοί σηματοδότες. Βρομερές αφίσες σε κτήρια που πάσχουν από μονοτονία. Πολύμορφες τέντες διαφόρων χρωμάτων που σκυλεύουν των ουρανό. Κι άνθρωποι που τράφηκαν από παχνιασμένο ψωμί και σάπιο νερό. Άνθρωποι που έγιναν σκυθρωποί.


Τα υγρά μάτια μεταναστών στην πλατεία Συντάγματος που κρατάνε στα χέρι τους πλαστικοποιημένα κακόγουστα αντικείμενα προς πώληση. Και άνθρωποι που αναμένουν άλλοι το πράσινο σηματοδότη και άλλοι το λεωφορείο.

Όταν τους κοιτάς με τη πλάτη στον τοίχο ψάχνεις μέσα σου μόνο από απλή περιέργεια να δεις στα μάτια τους κάτι ή να υποθέσεις που πάνε και πια είναι η διαδρομή τους, πια είναι ήταν η διαδρομή που ακολούθησαν.

Η κοπέλα με τα σκουρόχρωμα γυαλιά είχε κι εκείνη την δική της σπασμένη ομπρέλα.

Και κάπνιζε διακριτικά λεπτά τσιγάρα αναμμένα από σπίρτο.

Εκείνος έκανε τριφτά τσιγάρα και η χειραψία του ήταν εντάξει.



Γριές που κρατάνε σφιχτά στην φούχτα τους τις τσάντες διαλέγουν από πάγκους πεζοδρομίων φρούτα που θα ζυγιστούν στην κρεμαστή ζυγαριά με το τσίγκινο πιάτο.

Και ύστερα θα περπατήσουν στο δρόμο.


Δεν θα μπορούσες να τον πεις κιθαρίστα αλλά άνθρωπο του δρόμου. Είχε εκείνη την στραπατσαρισμένη κιθάρα και τα πόδια του ενσωματωμένα ντέφια. Η κοσμηματοδημιουργός ήταν θηλασμένη με την απαλή της εσάρπα. Πουλούσε δημιουργίες της κάθε Σαββατοκύριακο στην ίδια θέση. Όλα καρφιτσωμένα στην ομπρέλα της.




Ο ολόμαυρος σκύλος που έμοιαζε σαν ήρωας παραμυθιού με το κόκκινο περιλαίμιο γυρνούσε τις τελευταίες μέρα στο Μοναστηράκι. Τώρα είχε παρέα αλλά όχι εμάς.

Μπορούσε και ξάπλωνε ανάμεσα στον κόσμο. Έπεσε στα πόδια της και δεν την αναγνώρισε, συνέχισε το παιχνίδι. Έχει άλλωστε πολλούς φίλους.

Ο άντρα που ήταν άγνωστα για μένα αυτά που πουλούσε είχε φυλακισμένες φωνές πουλιών σε δύο μικρά ηχεία. Και ταλαιπωρημένοι εξ όψεως άνθρωποι που άπλωναν το χέρι για επαιτεία, ποτέ μου δεν τους σπλαχνίσθηκα γιατί δεν είναι επαίτες συναισθημάτων.




Κι όταν η μέρα δεν βαστά και νυχτώνει κι ανάβουν οι ηλεκτρικές λάμπες. Μου είπες πως το μόνο αστέρι που φαίνετε από εδώ είναι ή Αφροδίτη γιατί έχει το πιο δυνατό φως. Έδηξα κατανόηση αλλα μου ακούστηκε περίεργο γιατί περίμενα στην μηδενική θέαση του ουρανού από εδώ.



Σκουριασμένα περιστέρια βρόμικα σαν τα ποντίκια τσιμπολογούν ψίχουλα στο σταθμό Λαρίσης. Ο γέροντας με τα λαχεία και ο μικροπωλητής που πέρασε χιλιάδες φορές από μπροστά μας. Επιβάτες που περιμένουν κι άλλοι που τρέχουν να προλάβουν κι άλλοι που έτρεξαν και δεν πρόλαβαν. Κάποιοι προσπαθούν έστω και τη στιγμή του ταξιδιού αντί να κοιμηθούν ή να διαβάσουν κάποιο περιοδικό μόδας που ακολούθησαν πιστά να δούνε την ζωή τους σαν ένα φυλαχτώ που δεν δανείστηκε ποτέ. Φοβούνται να μιλήσουν για να μην μείνουν σε κάποια λάθος στάση και ξεχαστούν. Και μείνουν μονάχα μία απλή βιασμένη φιλοσοφία ζωής και γεράσουν άσχημοι και μόνοι.



Οι γραμμές των τρένων είναι αυτές που αποκόβουν το ταξίδι μακριά από τις πόλεις πάνω και μέσα στα βουνά. Για να μπορείς να απολαμβάνεις αλλιώτικα το σούρουπο και το κινούμενο τοπίο που ξεδιπλώνετε ταχέως δίπλα σου. Να συλλέγει ο νου σου υποσυνείδητα εικόνες.



Ξένοι τόποι και άλλοτε οικείοι και βρόχινοι.


Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου 2009

Σεπτέμβρη που θυμάμαι.




Σε αυτή την πόλη η βροχή είναι αλλιώτικη, ποιο μανιακή ποιο πυκνή. Οι άνθρωποι αναβάλουν την έξοδο λες και είναι χάρτινοι και θα μουλιάσουν αν βγουν. Μόνο εκείνα τα τεράστια αδέσποτα σκυλιά κυλιούνται στο γρασίδι.

Σε αυτό τον δρόμο δεν υπάρχει ψυχή. Είναι μόλις απόγευμα. Είναι σαν να τους απωθεί όλους η μυρωδιά. Εκείνη η υπέροχη μυρωδιά του ποτισμένου χώματος.

Σεπτέμβρης μήνας και κανείς δεν θέλει να χειμωνιάσει.


.

Κάποια σπίτια έχουν αφήσει τις λευκές κουρτίνες ακόμη, αυτές του καλοκαιριού. Οι άνθρωποι εδώ δεν φοράνε αδιάβροχα κίτρινα και γκρι, δεν είναι ήρωες από ταινίες. Κρατάνε κακόγουστες χρωματιστές ομπρέλες.

Μα εκείνοι με τις μαύρες ομπρέλες τις μονόχρωμες είναι άλλοι.

Οι πλάκες από τα πεζοδρόμια είναι ένα παλιό παιχνίδι παιδικό.

Οι κεραίες είναι πολλές, πυκνές σαν μεταλλικά πουλιά.




Η πίσσα γυαλίζει στην βροχή. Αντανακλά τα φανάρια.

Τα μαύρα σταράκια κουρέλια στα πόδια.

Βρέχει ποιο δυνατά.

Η γυναίκα φωνάζει δυνατά. Πιο ουρλιάζει. Βρέχετε. Βρίζει. Φεύγω.

Έχω γίνει μούσκεμα και ζωντανεύουν οι μνήμες που έφερα από την θάλασσα.

Κάθε Σεπτέμβρη που θυμάμαι ήμουν στην Αλόννησο. Έβλεπα το νησί να αδειάζει, η θάλασσα να κρυώνει. Να νυχτώνει ποιο νωρίς γιατί το Σεπτέμβρη οι μέρες μικραίνουν κι άνθρωποι κιτρινίζουν. Αρχίζουν τα σχολείο και μυρίζει εκείνη η λιτή μυρωδιά χαρτιού.

Τώρα εδώ αλλιώτικα.

Ευτυχώς μπορώ και βλέπω από την βεράντα μου ουρανό. Και δεν στεναχωριέμαι τόσο για την θάλασσα, μάζεψα άλλωστε μπόλικα κοχύλια. Κι ας μην έχει τα βράδια καθαρά αστέρια. Ίσως για να τα εκτιμήσω και λίγο.



Η γυναίκα μπαίνει με δίκιά της βούληση στο ασθενοφόρο.