Σάββατο, 26 Ιουλίου 2008

Ακάλυπτος



[...]

-Ρε δεν είναι όμορφα εδώ...έχει πάντα χειμώνα και μυρωδιά κανέλας, λίγα τσιγάρα και μικρή φωτιά και μιλάω και μόνος...Δεν είναι όμορφα.

-Εμένα μου αρέσει…

[...]



-Από κουβέντα μας-

Νεκρών Φωνές




Μας κυκλώνουν οι σκιές των νεκρών

που μοιάζουν αφιονισμένα αγρίμια…

Αγγίζονται…


Κι ύστερα μοιράζουν τις αναδιπλωμένες όψεις.

Κοιμούνται, κοιτάνε τα κλιτά μάτια.

Φτύνονται…


Μόλις χρονικά λαβωθούν υστερούν,

που μεταποιούν την φάρα τους…

Την μπάσταρδη…


Τρέχουν σε καμένα δάση,

πρώιμα ανθισμένα…

Γυρίζουν, Γυρίζουν.

Ξαπλώνουν…


Πόσο να άξιζε, αν τόσο απομένει…

Πόσο να κόστιζε να τώρα πεθαίνει…


-26 Ιουλίου 2008-

-Αλόννησος-

Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2008

Κάτι σαν όνειρο...σαν παραμύθι...ΜΕΡΟΣ 12ο–Το τελευταίο-

Κάτι σαν όνειρο...σαν παραμύθι....

ΜΕΡΟΣ 12ο

‘’Γίνομε αστέρι’’ –Το τελευταίο-

(δεν υπάρχουν διάλογοι και ρόλοι)




Η ταμπέλα δύση και το σκιάχτρο είχαν χαθεί μακριά, κάτω στο άβυσσο χώμα...

Ο μικρός ήταν πιο μόνος από ποτέ...

Τα σύννεφα κι ουρανός ήταν παράλληλες γραμμές στο χρόνο...

Πίσω του κόσμος τιποτένιος, σαν να υπήρξε, ιδεώδης από την λύπη του, χαμένος μες στην ύπαρξη...

Έφτανε στο προορισμό του, μύριζε το χώμα βρεγμένο, πλησίαζε στον χειμώνα...

Νύχτωνε…Τα σύννεφα κίτρινα, κι ήλιος πίσω από το βουνό εκεί που κοιμάται...

Δεν θα ‘ταν ένα τσιγάρο διαδρομή, κόνταινε ο δρόμος και το μονοπάτι ημέρευε.

Πορτοκαλί τα δέντρα, ανάστροφα αντανακλώμενα, τα ουράνια που λάτρεψε...

Ίδρωνε, έσταζε από παντού νερό...

Πάτησε στο χώμα, στο καφέ ξέρω χώμα κι η λάσπη κολλούσε στα γυμνά του πόδια, κίτρινα και μαβιά παρέμεναν τα σύννεφα, και η δύση πόσο όμορφη στο βουβό αλάφιασμα...Ο δρόμος λασπερός, ο χειμώνας παγερός και τα μάτια του στεγνά, στεγνά...Τα βουνά χιονισμένα του χειμώνα κατάκτηση, μα χωρίς τόλμη στη μοίρα αφημένα, κρύα...

Πίσω του μαύρο της αβύσσου χρώμα, όλα είχαν τελειώσει, όλα τελειώνουν...Όλα θέλουν να τελειώσου χωρίς να έχουν ξεκινήσει, όπως δεν εξηγήθηκε ο χρόνος κι ο πόνος μέσα μας...

Τρεκλίζει, πέφτει κάτω, χάνει την ισορροπία του, σηκώνετε, την ξανά βρίσκει... Σταματάει. Συνεχίζει...

Πίσω του η ομίχλη της αβύσσου, νυχτώνει, χάνετε ο ήλιος, κοιμάται, τείνει να εκλείψει. Τρέχει τόσο γρήγορα που μένουν ακίνητες οι σκιές...Τρέχει. Τρέχει κι ύστερα τραμπαλίζετε στον αέρα εκεί που ματώνει η όψη του, σταματά...

Τα μάτια γυαλίζουν, νυχτώνει, κάθε σπιθαμή, κάθε γωνιά ισώνει...

Ασημένια γεννούνται τα γυμνά δέντρα στο πέρασμά του, βηματίζει σε πετρότοπους, ξερότοπους που οδηγούν σε νεκρότοπους δίχως τελειωμούς...

Αδειάζει το κεφάλι του, τα σπλάχνα του...Τον εαυτό του, το είναι του, το εγώ του, οι άλλοι έχουν ίδει χαθεί, ίσως ζουν...Ίσως...Ίσως...

Η ταμπέλα χιλιόμετρα πίσω, δεν φαίνετε καν. Μόνο η μνήμη. Ξεχνά, τα γόνατά του, τα πέλματά του ματωμένα, πληγές και σιδερένια αγκάθια...

Τα ρούχα του κουρελιάζονται στον παγερό άνεμο, ξεκοιλιάζονται τα δέντρα...

Σπλαχνίζετε τους άλλους, τα δέοντα...

Μικρό τιποτένια φως έμεινε ο ήλιος. Πόσο λατρεύτηκε. Χάνετε αργά, αργά σα βάδισμα χελώνας. Δεν έχει κάτι να πιστέψει, κάτι να υψώσει εκεί που υμνείτε η λήθη.

Σφάλματα και η μουσική του σώματος πίσω των καλεί, να γίνουν ένα.

Κουφός εκείνος, ικέτης ο άλλος.

Πίσω του η άβυσσος βυθίζετε και βυθίζει. Ο ουρανός στου ερέβους καλεί.

Πίσω του δεν απομένει ανάσα καμιά, να κρατήσει, να κρατηθεί αυτόφωτη.

Κινούνται όλα γοργά σα να σήμανε, σαν να γύρευε φυλακτό.

Αρχίζει να ουρλιάζει, υστερικά χτυπιέται πότε στον ουρανό πότε στη γη, σκίζει τη σάρκα του, τα χάνει, τον εαυτό του, τη ματιά του, σιχαίνεται, λατρέψει, ξεχνά, θυμάται.

Κι ύστερα ισορροπεί, καταπίνει το δάκρυ του.

Μισή, Αγαπά...Θυσιάζετε, υποφέρει, υπομένει, δεν συμβιβάζετε...

Αγγίζει με πόνο της πληγές του, τις γλύφει να γιατρευτούν μα αρρωσταίνει.

Γίνετε καλά...οι πληγές μεγαλώνουν, μικραίνουν, εξαπλώνονται, εξαλείφονται...

Φωτίζετε, κομματιάζετε σε χίλια κομμάτια, περπατάει μέσα του η θάλασσα...Γίνετε άνθρωπος, άντρας, πεταλούδα, παλιάτσος, σκιάχτρο, μαριονέτα και ξανά παιδί...

Υψώνετε πάνω από τα σύννεφα κι που ο ουρανός είναι καθάριος...

Σηκώνεις τα χέρια, γελάς, δακρύζεις...


...ανάβεις φως, φεγγοβολάς, τότε κλαίω κι εγώ...και μου λες:


‘’Όλοι για κάτι γεννηθήκαμε...’’
και χάνεσαι ψηλά, πολλή ψηλά εκεί στη Ανδρομέδα. Γένεσε αστέρι... Χωρίς να λογαριάζεις τους κόπους που χάραξες, έτσι για να μυρίζουμε εμείς... Οι φαύλοι!




Θα συνεχίσω ‘γώ για σένα...




Σε ευχαριστώ που σήμερα Παρασκευή 25 Ιουλίου 2008 με βοήθησες να το γράψω,

σε ευχαριστώ...-ξέρεις εσύ-


Αφιερωμένο σε όσους χάθηκαν στα ταξίδια τους.

Να μην πάψουμε να ελπίζουμε...

Σε έναν Μπαγάσα που γίνικε αστέρι.

Μου φυλάω μια θλίψει χειμώνα...




...Δεν συνεχίζετε...




Τέλος


Δευτέρα, 21 Ιουλίου 2008

Βραχνιασμένα Θηρία


[...]

Τυλιγμένοι με σάπιες φλοίδες καρπουζιών…

Εκείνων τον χαμένων νυκτών…

Να ουρλιάξουμε…

Να βραχνιάσουμε…

Να ξαναπηδήξουμε πάν’ από τον χρόνο…

Να γεννιόμαστε ξανά λυσσασμένοι λύκοι…

Παν έτοιμοι να ματώσουν τη συνήθεια…

[...]

-21 Ιουλίου 2008-
-Αλόννησος-


Σημείωση

Η φωτογραφία είναι από την κινηματογραφική ταινία του Νίκου Νικολαίδη

‘’Ο Χαμένος Τα Παίρνει Όλα’’

Σάββατο, 19 Ιουλίου 2008

Κάτι σαν όνειρο...σαν παραμύθι...ΜΕΡΟΣ 11ο

Κάτι σαν όνειρο...σαν παραμύθι...

ΜΕΡΟΣ 11ο

-Τυφλοί δρόμοι–


Π> Παιδί

Σ> Σκιάχτρο







Χανόταν μέσα στα πυκνά σύννεφα...κι ο άνεμος πνοή γινόταν μέσα του...ο χρόνος μεγάλο παιχνίδι....τραμπαλίζονταν...κάτω του όλα χαμένα....κάτω του τίποτα...αόριστα όλα....

Ακούει γύρο του τον άνεμο...προσγειώνετε....χάνει ύψος....κάτω του κίτρινος αγρός με ξεραμένα στάχυα...ένα απαλό αγεράκι τα χαϊδεύει....

Στη μέση ένα σκιάχτρο παλουκωμένο σε ένα σάπιο ξύλο, δίπλα του μια ταμπέλα, γράφει ‘’Δύση’’...

Πλησιάζει....


Π-Καλημέρα...ίσια μπροστά είναι η δύση;

Σκ-Καλημέρα, εκεί που δείχνει η ταμπέλα...

Π-Μπροστά στην ευθεία....

Σκ-Δεν μπορώ να δω...

Π-Είναι όμορφο το σκοτάδι....

Σκ-Το σκοτάδι είναι το καταφύγιο για αυτός που τρέμουν στο φως, τη αλήθεια, γι αυτούς που λάτρεψαν και λατρεύτηκαν στο σκοτάδι....

Π-Κάνεις λάθος...

Σκ-Πως μπορείς να ξέρεις....

Π-Μα κι εδώ σκοτάδι έχει, μα είν’ πιο κρύο, πιο πυκνό από το δικό σου.... εδώ είναι πάντα Σεπτέμβρης....

...ψιχαλίζει...

Π-Και πάντα βρέχει στάσιμο νερό...

Σκ-Μυρίζει όμορφα...

Π-Είναι το χώμα που ανασαίνει, ξεδιψά...

Σκ-Χώμα....;

Π-Εκεί που στεριώθηκες....

Σκ-Ξεχνώ...

Π-Κάποτε κι εγώ... μα τώρα θυμάμαι όσα προηγήθηκαν...

Σκ-Πας στη δύση...

Π-Ναι....

Σκ-Δεν είναι για τους ανθρώπους εκεί...

Π-Για μένα είναι...

Σκ-Η θεριό είσαι η θάλασσα...

Π-Είμαι παιδί...

Σκ-Δεν βλέπω...

Π-Κι εσύ; Τι κάνεις μοναχός σου εδώ;

Σκ-Φωτίζω τα μονοπάτια για τη δύση...

Π-Γι αυτό γεννήθηκες;

Σκ-Δεν ξέρω...

Π-Κανείς δεν ξέρει...

Σκ-Μου χουν πει για εκεί, δεν είναι όμορφα...

Π-Κι εμένα μου έχουν πει.

Σκ-Τότε;

Π-Πηγαίνω να δω...

Σκ-Τα αστέρια άναψαν μα ο ήλιος καίει...

Π-Με παγώνει η σκιά του...

Σκ-Ίσως...

Π-Ίσως...

Σκ-Και το ταξίδι μακρύ ε;

Π-Αυτό δεν ζητάς να ακούσεις;

Σκ-Δεν ξέρω....

Π-Ο χρόνος σχετικός κι ανάλογος, χεριά με ρολόγια χωρίς δείχτες είναι χρόνος μηδενικός...

Σκ-Δεν έχω ρολόι...

Π-Γι αυτό τα λες αυτά...εγώ έχω δίχως δείκτες...

Σκ- Δυνάμωσε η βροχή...

Π-Σταμάτησε...

Σκ-Στο δικό σου σκοτάδι...

Π-Σταμάτησε και θέλω να φύγω...

Σκ-Καλό ταξίδι...



Υψώθηκε ξανά στο δρόμο του ουρανού...μετέωρος... μπρούτζινος ποδηλάτη...ξέρει πως πλησιάζει...ξέρει πως όλα είναι κοντά όσο και μακριά...


...Συνεχίζετε...

Κυριακή, 13 Ιουλίου 2008

Κάτι σαν όνειρο...σαν παραμύθι...ΜΕΡΟΣ 10ο

Κάτι σαν όνειρο...σαν παραμύθι...

ΜΕΡΟΣ 10ο


-Ο φάρος της στεριάς–

Π> Παιδί

Χ> Χειμώνας










Κι ο δρόμος του ουρανού κοντά στην δύση, φαινόταν...κρύωνε ο αιθέρας και σύννεφα μικρά, τιποτένια, μηδενικά....πίσω του στο βάθος της ομίχλης, κόκκινη φωτιά του αίματος χρώματος...βημάτιζε με τα πέλματα στου ουρανού το δρόμο...

Κάτω του ένας φάρος, βαραίνει το παιδί...ακουμπά το έδαφος...πλησιάζει στον φάρο...ανοίγει την μπρούτζινη πόρτα...



Π-Καλησπέρα...

Χ-Ξημερώνει...

Π-Καλημέρα. Δικός σου είναι ο φάρος ;

Χ-Όχι...

Π-Μα δεν έχει θάλασσα εδώ κοντά…

Χ-Δεν είναι φάρος για τα πλοία...

Π-Τότε;

Χ-Είναι φάρος που οδηγεί τους ταξιδιώτες, αυτούς που πάνε στην δύση, εκεί που κοιμάται ο ήλιος...

Π-....με απορία.....Έχει ανθρώπους εκεί;

Χ-Δεν ζουν άνθρωποι εκεί, δεν καταφέρνουν, σε πεταλούδες μαγεύονται, δέντρα και παντοτινός χειμώνα, κρύες κα βροχερές μέρες, για αυτούς που γεννήθηκαν μονάχοι...

Π-Πώς να γνωρίζεις εσύ όλα αυτά; Ποιος είσαι;

Χ-Εγώ είμαι ο Χειμώνας, ποιητής της δύσης και του ήλιου, μούσα μου η Άνοιξη...Εσύ θυμάσαι ποιος είσαι;

Π-Όχι...

Χ-Μην τρομάζεις...

Π-Δεν φοβάμαι...

Χ-Είσαι κοντά πάντως...

Π-Δεν είναι ο χρόνος και η απόσταση πρόβλημα...

Χ-Τότε;

Π-Τότε;

Χ-Εσύ θα μου πεις;

Π-Δεν έχω κάποιο πρόβλημα...

Χ-Ίσως...

Π-Ίσως...

Χ-Ήταν κουραστικό το ταξίδι;

Π-Όταν θα φτάσω θα σου πω, είναι νωρίς...

Χ-Μα είσαι μονάχα ένα παιδί....

Π-Το ξέρω, ίσως είναι το μόνο που μπορεί να με κάνει να φτάσω, η νιότη...

Χ-Και το σκοτάδι, το σκοτάδι το αγνοείς;

Π-Όχι, στο σκοτάδι ανασαίνω...

Χ-Δεν είναι όμορφα εκεί...

Π-Είναι ο τόπος που χωρεί λίγο από εμένα...

Χ-Το δικό σου κλουβί...

Π-...γελώντας...Δικό σου είναι, εσύ το δημιούργησες. Και δε φταίνε αυτοί που κατοικούν μέσα αλλά αυτοί που το δημιούργησαν στα μέτρα τους...

Χ-Δεν δημιουργώ κλουβιά...

Π-Μοναχός σου το είπες, τρεις σειρές ποιο πάνω, για μένα είναι ένας ολόκληρος κόσμος...

Χ-Κρίμα γιατί δεν είναι έτσι, αλλιώς είναι στην πραγματικότητα...

Π-Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει πραγματικότητα...

Χ-Στο δικός σου μυαλό...

Π-Μπορεί...

Χ-Δεν μπορείς να γυρίσεις πίσω αν βαρεθείς...

Π-Δεν θα βαρεθώ, ούτε θα μαγευτώ...

Χ-Είναι νωρίς...

Π-Πολλή νωπή η πληγή σου...

Χ-Δεν έχει σημασία ο χρόνος...

Π-Για την πληγή σου λέω...

Χ-Όλοι έχουν πληγές...

Π-Θα συνεχίσω...

Χ-Υπάρχουν δρόμοι...

Π-Θα τα πούμε στη δύση...

Χ-Θα σε μόνος...

Π-Αντίο τότε....



...αυτά τα λόγια είπαν...βγήκε πάλι στο δρόμο...στου ουρανού το χάσμα, πίσω του η φωτιά δυνάμωνε...ο δρόμος ανοιχτός, υπαρκτός...κι ο χρόνος παράξενος, ασήμαντος...να σε ξεγελά....



Σημείωση

Ο Φάρος εμπνευσμένος ως εικόνα και μέρος από το ποίημα ‘’Ο Φάρος’’ [http://hliaxtida1.blogspot.com/2008/07/blog-post.html ] από το μπλόγκ της Ηλιαχτίδας!!!


...Συνεχίζετε...

Τετάρτη, 9 Ιουλίου 2008

Κάτι σαν όνειρο...σαν παραμύθι...ΜΕΡΟΣ 9ο


Κάτι σαν όνειρο...σαν παραμύθι...

ΜΕΡΟΣ 9ο

-Πεταλούδα σε γυαλί–

Π> Παιδί

Πε> Πεταλούδα



...περιπλανιόταν το παιδί πάνω από την αγριεμένη θάλασσα...μπλε βαθύ, μαύριζε και δίχως γαλήνη....κύματα που άφριζαν....πάνω από τη θάλασσα ιπτάμενος εκεί που δεν υπάρχει άλλο χρώμα....θάλασσα και ουρανός ένα...


....Ανάμεσα από τα κύματα ένα μπουκάλι σφηνωμένο....πλησιάζει και τρυπώνει μέσα....



Πε- Κει που στέκεις εμποδίζεις την κίνηση της θάλασσας...κατέβα από το στόμιο του μπουκαλιού...

Π-Δεν το ήξερα...

Πε-Αρκεί που το έμαθες τώρα...

Π-Πρώτη φορά αντικρίζω πεταλούδα να μιλάει...

Πε-Ήμουν άνθρωπος...

Π-Ποιος σε μάγεψε και σε κλίσε σε ένα τόσο δα μπουκάλι;....

Πε-Μαγεύτηκα πηγαίνοντας εκεί που ο ήλιος κοιμάται...

Π-…με θαυμασμό…Εκεί που ο ήλιος κοιμάται; Εκεί πηγαίνω...

Πε-Είναι μακρύς ο δρόμος και δύσκολος....

Π-Το ξέρω! Πως έγινε;

Πε-Ήταν να γίνει…Δεν θυμάμαι τώρα πια. Πάει καιρός που ήταν όνειρο...

Π-Κι εδώ πως βρέθηκες;

Πε-Πετώντας...όπως βρέθηκες κι εσύ...

Π-Έπρεπε να συνεχίσεις...

Πε-Δεν μπορούσα να συνεχίσω...

Π-Δεν σε βοήθησε κανείς;

Πε-Δεν ήθελα να βοηθηθώ...δεν αρκεί να θέλουν οι άλλο...

Π-Από δω φαίνετε ο πάτος της θάλασσας ε;...

Πε-Έχει καιρό να μπει νερό να γυαλίσει το γυαλί....

Π-Περιμένεις να μπει αυτό...;

Πε-Ναι....δεν στέκει στις παλάμες μου, από το άνοιγμα τον δακτύλων μου γλιστρά....

Π-Μπορεί...

Πε-Μην χάσεις την πίστη σου γιατί θα μαγευτείς...

Π-Προσπαθώ να πιστεύω...

Πε-Εγώ αδιαφορούσα....

Π-Μα δεν είναι αργά να συνεχίσεις, έστω και μαγεμένος....

Πε-Παλιά πληγή.....

Π-Ποτέ δεν είναι αργά....

Πε-Τέλειωσε το όνειρο....

Π-Δημιούργησε ένα νέο....

Πε-Η πεταλούδα πεθαίνει την ίδια μέρα που γεννιέται....

Π-Δεν είναι ο θάνατος κείνος που σβήνει τα όνειρα...

Πε-Τότε;

Π-Μην περιμένεις απάντηση...Ξέρω πως ξέρεις....

Πε-....χαμογελώντας...Δεν είναι ο θάνατος κείνος που σβήνει τα όνειρα!

Π-Δεν ξέρω αν ποτέ θα φτάσω...μα δεν θα χει σημασία....

Πε-Ίσως

Π-Δεν ξέρω ακόμα....θα να με ηρωίνη το βλέμμα του είναι μου...

Πε-Τι θα χεις συλλέξει όμως από το ταξίδι σου....

Π-Κι εσύ;

Πε-Κι εγώ;

Π-Θα μείνεις εδώ, σε αυτό το γυάλινο μπουκάλι;

Πε-Έχεις σκεφτεί ότι το μπουκάλι μπορεί να είναι στα μέτρα μου;

Π-Ναι μα άλλα τα σταθμά όταν δεν είσαι μαγεμένος....

Πε-Η αλήθεια είναι αυτή!

Π-Εγώ δεν χωράω εδώ μέσα, θέλω να πετάξω μακριά είναι ο ουρανός που είμαι στα μέτρα μου και το ταξίδι που θέλω να συνεχίσω...

Πε-Δραπέτευσε λοιπόν....

Π-Εύχομαι να γίνεις καλά...

Πε-Εύχομαι να φτάσεις....




....ο μικρός σκαρφάλωνε πάνω στο στόμιο....ο αέρας έξω από το μπουκάλι τόσο κρύος, ζωντανός....ένας άλλος κόσμος....πίσω βαθιά μες το βρόμικο μπουκάλι κίτρινα φτερά πεταλούδας γινόντουσαν στάχτη....


...βγήκε στο δρόμο ξανά...


...Συνεχίζετε...

Δευτέρα, 7 Ιουλίου 2008

Χάρτινα Παιδιά



Είν’ οι ανάσες των παιδιών χάρτινα ποδήλατα

Μαυρίζει το σύμπαν και βλέπεις το φως.

Πεταρίζει μέσα μας τις ομίχλης υγρασία,

βγαλμένα από το άρρητο τις κραυγής αιθέρας.

Αόρατα, ασυνήθιστα τρεκλίζοντας στα σπλάχνα μας τρυπώνουν

βοές διάφανες του παρελθόντος...

Στη θέση του είναι μας και των ματιών μας.


-7 Ιουλίου 2008-

-Αλόννησος-

Παρασκευή, 4 Ιουλίου 2008

Κάτι σαν όνειρο...σαν παραμύθι...ΜΕΡΟΣ 8ο


Κάτι σαν όνειρο...σαν παραμύθι...

ΜΕΡΟΣ 8ο


-Δέντρα από χαρτί–

Π> Παιδί

Μ> Μαριονέτα


...το παιδί πετούσε ανάμεσα από τα σύννεφα, σκεφτόταν το ταξίδι του, κι ο δρόμος ήταν αλλιώτικος από πριν...πετούσε για πολύ ώρα...προσγειώθηκε σε ένα τόπο με πηχτή βρεγμένη στάχτη...σιωπή...μαύρος είναι ο ουρανός, σα νύχτα γένηκε ο τόπος…


...καθισμένο σε μια πέτρα ένα ξύλινο παιδί...το παιδί πλησιάζει το ξύλινο παιδί...


Π-Καλησπέρα...

Μ-Εσύ ποιος είσαι...;

Π-Δεν ξέρω...δεν έχω όνομα...

Μ-Ούτε κι εγώ...κανείς δεν ξέρει ποιος είναι...κανείς δεν έχει όνομα...

Π-Μπορεί και να μην έχει κανείς όνομα, να μην είχαμε ποτέ...

Μ-Δεν ξέρω...

Π-Τι κάνεις εδώ;

Μ-Μαζεύω στάχτη...

Π-Στάχτη;

Μ-Ναι στάχτη από καμένα δέντρα...

Π-Δεν χρησιμεύει πουθενά η στάχτη.

Μ-Με στάχτη και φτερά, νερό και ξερά φύλα γεννιούνται τα πουλιά...για να μην μουσκεύουν από την βροχή του Οκτώβρη...Εσύ τι κάνεις εδώ;

Π-Ξεκουράζομε από το δρόμο του ταξιδιού...

Μ-Είναι μακριά; που πας;

Π-Εκεί που κοιμάται ο ήλιος...

Μ-Δεν υπάρχει αυτός ο τόπος...μοναχά κίτρινες πολιτείες με ανθρώπους που μπουσουλάν σαν τετράκυκλα...Ο ήλιος δεν κοιμάται ποτέ...πύρινα λιθάρια τον στέριωσαν και φεγγαριού πνοή, σα πέσει η νύχτα γίνετε...

Π-Δεν είναι έτσι!!! Ο ήλιος κοιμάται σαν νυχτώσει στη δύση, εκεί δεν έχει πολιτείες, ούτε καμένα δάση αλλά σιωπή, πράσινα δέντρα και βιολετιά λουλούδια ανθισμένων κοιλάδων...δεν υπάρχει άνθρωπος ούτε για δείγμα...

Μ-Και τότε γιατί να πας σε έναν ανθισμένο τόπο χωρίς ανθρώπους...

Π-Επειδή αγαπάω την μοναξιά και σιχαίνομαι την τωρινή πραγματικότητας μορφής του κόσμου και γιατί οι άνθρωποι ζουν με ανθρώπους κι εγώ δεν είμαι άνθρωπος...

Μ-Τι είσαι τότε...;

Π-Παιδί.

Μ-Ανθρώπινο παιδί όμως...

Π-Είμαι μονάχα παιδί, δεν μεγαλώνω...παιδί πεθαίνω...

Μ-Ίσως...

Π-Πως έγινε η στάχτη...;

Μ-Από φωτιά, εύκολα καίγετε το χαρτί και τα δέντρα είναι χάρτινα...

Π-Κολάι στα πόδια μου η στάχτη...

Μ-Είναι από τη βροχή...

Π-Πότε έβρεξε...;

Μ-Πριν έρθεις...

Π-Μυρίζει το βρεμένο χώμα...

Μ-Δεν μπορώ να μυρίσω...

Π-Μυρίζει πολλή έντονα, μυρίζει όμορφα, σα βρεγμένο καλοκαίρι...

Μ-...γελώντας...Χαθήκαν και τα καλοκαίρια...

Π-Ίσως και να μην υπήρξαν ποτέ..

Μ-Μπορεί και αυτό...

Π-Εσύ που πάς;

Μ-Δεν πάω πουθενά...δημιουργό περιστέρια..

Π-Εσύ ξέρεις τότε... Πότε κάηκε το δάσος...;

Μ-Λίγο πριν έρθεις...

Π-Πρώτα κάηκε και μετά έβρεξε;

Μ-Όχι, όχι πρώτα έβρεξε...και μετά κάηκε...

Π-Θέλω να φύγω...έχω να συνεχίσω το ταξίδι...

Μ-Ελπίζω να φτάσεις εκεί που φθονείς...

Π-Να προσέχεις να μην βραχείς...το χαρτί μουσκεύει...




...μετέωρο στάθηκε το παιδί, ήξερε πως υπάρχει ο τόπος που ψάχνει...πετάει ψηλά και πότε κοντά στην θάλασσα όπου καθρεφτίζετε η μορφή του και σα σκιά ταΐζει τα κύματα...



...Συνεχίζετε...

Τετάρτη, 2 Ιουλίου 2008

Αλόννησος

(η συνέχεια)

Λίγο χρώμα από Αλόννησο













(Βεράντα-Ταράτσα )

Έξω σουρουπώνει...

Σκιάζονται τα δέντρα, τα χέρια…

Η καύτρα και ο ήλιος..

Ο κόκκινος ήλιος…



Τα φώτα από απέναντι…

αμάξια στο χείλος της Σκοπέλου…

Σιωπή και η ηχώ της θάλασσας…

(Γκρεμός-Παλιά σκουπίδια)



Εκεί η μουσική τρυπώνει
στα σπλάχνα μας…

Θρόισμα φύλων και σπασμένη σιωπή από χειροκροτήματα…

Η νύχτα βαθαίνει και οι ψιχάλες

ποτίζουν μουσική…




(Χαγιάτι με ωραία ζωντανή μουσική)


Κιθάρες και φωνές…

Φεγγάρι πνιγμένο στην θάλασσα…

Κουνούπια και φωτιές στην άμμο…

Τα τζιτζίκια σώπασαν…








(Βραχάκια)


(Πράσινος Φάρος)

Τρίτη, 1 Ιουλίου 2008

Κάτι σαν όνειρο...σαν παραμύθι...ΜΕΡΟΣ 7ο


Κάτι σαν όνειρο...σαν παραμύθι...

ΜΕΡΟΣ 7ο

-Ο φωταγωγός του κόσμου–

Π> Παιδί

Α> Άντρας


...το παιδί συνεχίζει να ανεβαίνει την σκάλα...η λευκότητα του ουρανού χάνετε...συνεχίζει να σκαρφαλώνει...το τέλος της σκάλας οδηγεί στην καταπακτή μιας σοφίτας ...την ανοίγει και τρυπώνει μέσα...

...Ένα δωμάτιο γεμάτο καλώδια, ρολόγια, γρανάζια, λαμπάκια, κουμπιά και μοχλούς...στην άκρη του δωματίου ένας γέρικος άντρας...κουλουριασμένος, μικρόσωμος....τσαλακωμένος σε μια γωνία...


Α-Τι δουλειά έχεις εδώ εσύ;

Π-Καμία...Τι είναι εδώ....;

Α-...με δισταγμό...Εδώ μικρέ είναι ο φωταγωγός του κόσμου…

Π-Δηλαδή;

Α-Κάθε κουμπί, κάθε μοχλός, κάθε γρανάζι, κάθε λαμπάκι, αντιστοιχούν σε κάθε αστέρι που φωτίζει την νύχτα...

Π-Έχω καιρό να δω τα αστέρια...

Α-Κι εγώ...

Π-Δεν τα ανάβεις πια...;

Α-Όχι...

Π-Μα αν έχεις καιρό να τα δεις θα έπρεπε...

Α-Δεν υπάρχει τώρα πια θέλω...

Π-Εγώ πάω εκεί που κοιμάται ο ήλιος γιατί θέλω...

Α-Είναι μακρύς ο δρόμος τότε...

Π-Δεν με φοβίζει...

Α-Εδώ δεν υπάρχουν δρόμοι, μονάχα μια συνήθεια που γίνετε ζωή.

Π-Γι αυτό πάω στον ήλιο...

Α-Δεν θυμάμαι την όψη μου...

Π-Ούτε κι εγώ μα θα την ξανά ‘βρω όταν θα πετάω πάνω από την θάλασσα...

Α-Τι υπάρχει έξω από δω;

Π-Ομορφιά . Που πότε-πότε ασχημαίνει...μα η ομορφιά δεν χάνετε...είναι σαν την ελπίδα...

Α-Εδώ στον φωταγωγό του κόσμου ξεχνάς ποιος είσαι, που πας, την ελπίδα...τα πάντα. Ο σκοπός σου είναι να φωταγωγείς τα αστέρια...

Π-Γιατί φοράς μάσκα...;

Α-Δεν έχω όψη. Ξεχάστηκε σε αυτό το δωμάτιο, κάτω από την μάσκα κι άλλη μάσκα και από την άλλη μάσκα κι άλλη...Η όψη μου χάθηκε...την έχασα...

Π-Κάπου στο δωμάτιο είναι...

Α-Δεν ξέρω...ίσως...

Π-Ίσως...

Α-Τόσο καιρό εδώ...

Π-Πόσος...;

Α-Πολλής μα δεν θυμάμαι...μπορεί και να μην σημαίνει κάτι, παντός εγώ κάθε μέρα χάνω το είναι μου, το παρελθόν..., το παρόν..., το μέλλον...

Π-Πρέπει να ζωγραφίσεις ένα παράθυρο, μια πόρτα...και να φύγεις...

Α-Και τα αστέρια;

Π-Αφού θα έχεις φύγει...

Α-........Δεν μπορώ να φύγω χωρίς όψη....χωρίς ελπίδα....

Π-Χωμάτινες είναι οι ζωές....

Α-....κι εμείς το φως....

Π-Πρέπει να φύγω, πέρασε η ώρα....

Α-Εδώ δεν κυλάει ο χρόνος, μοναχά μνήμες ξεβάφονται και θολώνουν...

Π-Ακόμη χειρότερα....

Α-Πρέπει να βιαστείς τότε....

Π-Ίσως να τα ξανά πούμε...

Α-Ίσως....



...Το παιδί ζωγράφισε ένα παράθυρο, το άνοιξε και δραπέτευσε...ο δρόμος για τον ήλιο κόνταινε και πότε μάκραινε, μα δεν ήταν σα και πριν....




…Συνεχίζετε…