Σάββατο, 02 Ιανουαρίου 2010

σε λιμνάζοντα ύδατα.

Εκείνος ο πορφυρένιος χρόνος,
γνέφει σχεδόν όμορφα.
Τα ραδιόφωνα της νύχτας,
πλάι σε εκείνο το μεγάφωνο της σιωπής.
Κρατάς εκείνο το σβησμένο τόνο.
Ένας κόσμος πλέει σχεδόν μικροσκοπικός
σε λιμνάζοντα ύδατα.
Πανέμορφα σύννεφα νύχτας.
Εκείνος ο πορφυρένιος χρόνος
με λάσπη κοιμάται, στο περιθώριο.

Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2009

με μαύρο κάδρο.

Ποιος άνθρωπος πέθανε πίσω από εκείνη τη κουρτίνα;
Ένα αυτοκίνητο σταμάτησε στην αυλόπορτα.
Χωρίς μακιγιάζ μια γυναίκα ουρλιάζει.
Ακέφαλοι τραμπούκοι τρυγάνε της νύχτας τη σιωπή.

Ποιος άνθρωπος σκοτώθηκε από σφαίρα μέσα στο γυαλί;
Μια γριά χωρίς μάτια ψάχνει την έξοδο.
Τεράστιες αναμνήσεις που τις φύσηξε ο άνεμος.
Τραυματισμένα χρόνια που γίνανε εμμονές.

Ένας πίνακας ζωγραφικής με μαύρο κάδρο.
Δωμάτιο ξενοδοχείου και φωτιά.
Σκιές λικνίζονται στα φώτα.
Χωλαίνουν τα λεγόμενα.

Ποιος άνθρωπος σκορπίστηκε από φόβο πως αγάπησε;
Ποιος άνθρωπος σκορπίστηκε στο κέντρο μιας πόλης,
και πένθιμα κράζουν του ουρανού τα όρνια;

Σάββατο, 19 Δεκεμβρίου 2009

κόκκινη λαίλαπα χορεύει πάνω σου.

Πόσο απήχες από τον ήλιο...
και να που η φλόγα ανάβει το κρέας σου.
Πριν αγγίξεις καν τον πύρινο όγκο του.

Πως κατάφερνες να αλλάζεις το ύφος σου.
Κι η οπτική σου άλλαζε κι εκείνη.
Συνεχώς άλλαζες.
Έπειτα από εκείνη τη λοβοτόμηση,
τα συναισθήματα γίνανε ακόμα ποιο λέξεις.
Και λέξεις και απαιτήσεις και θέλω.
Κι ας πέρασε ολόκληρος Απρίλης.
Τα περσινά λουλούδια μαράθηκαν και δεν μυρίζουν.
Παλεύεις με τη μνήμη, με το χρόνο με τα πάντα.
Έχεις τα πάντα και δεν έχεις τίποτα.
Νομίζεις ακόμα -και το λες- ότι είσαι σε κάποια ταινία.
Τι όμορφα που τελειώνουν οι παλιές ταινίες.
Οι αμερικάνικες με τα ξένα γράμματα...
Οι ηθοποιοί έχουν γίνει σχεδόν αθάνατοι
και έχουν πραγματοποιήσει το νόημα της ζωής τους.


Κοίτα πως έχει ανάψει το σώμα σου...
κόκκινη λαίλαπα χορεύει πάνω σου.
Πριν καλά καλά προδώσει ο ένας τον άλλον.


Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2009

χορτάτοι ήλιοι.

Δεν οφείλω λέξεις.
Σάπια συναισθήματα
Χορτάτοι ήλιοι.
Μηχανικές στάσεις ζωής.
Πίσω από το δάκτυλό σου
ερμαφρόδιτα.
Στον προσωπικό σου κύκλο.

Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2009

ειδική αίθουσα αναμονής.

‘’Φόρεσε αυτή τη μάσκα. Ξάπλωσε. Σήκωσε το μανίκι σου. Σφίξε το χέρι σου. Βαθιά αναπνοή. Χαλάρωσε το χέρι σου. Κάθισε. Ζαλίζεσαι; Σήκω όρθιος. Ακολούθησέ με.’’


Άνθρωποι καθισμένοι σε πλαστικούς πάγκους αναμονής. Γέροι κουρασμένα σκυμμένοι.


‘’Όταν θα σου πω εγώ κράτα την αναπνοή σου για δευτερόλεπτα. Έτοιμος. Το παλτό σου μην ξεχάσεις’’


Η κυρία με τα λευκά. Γύρω στα εξήντα. Περπατάει γρήγορα. Κι άλλοι άνθρωποι θλιμμένοι. Περπατά γρήγορα. Ανοίγει μια διπλή πόρτα με φιμέ τζάμια. Κρύο.


‘’Ναι στο παλιό. Έχει ειδική αίθουσα αναμονής. Σφίξε το σιδεράκι της μάσκας. Θα περιμένεις να σου τηλεφωνήσουμε.’’


Ένας μεσήλικος κοιμάται σε ένα ξύλινο πάγκο. Φοράει μάσκα πράσινη. Σηκώνετε μόλις μπήκα. Η κόρη του κάτι του λέει και κάθετε στον πάγκο με βαρύ το κεφάλι.

Έχουν ακουμπήσει σε ένα τραπεζάκι το βαμβάκι με το αίμα. Οι πόρτα έχει ένα καρφωμένο κόντρα πλακέ υποκατάστατο τζαμιού το ίδιο και η σιδερένια μπαλκονόπορτα.

Κάθομαι σε μια πλαστική καρέκλα. Η τηλεόραση χωρίς ήχο. Συνταγές μαγειρικής.


Η ντουλάπα με ένα φύλλο ανοικτό. Ο νιπτήρας, αντισηπτικό σαπούνι. Παλιό μωσαϊκό, υποδοχές οξυγόνου στο τοίχο, λαδομπογιά ως το μέσω και ένας ανεμιστήρας στο ταβάνι σαν θεόρατη λεπίδα.

Οι πνεύμονές μου ακουμπισμένοι στο τραπεζάκι. Σηκώνω την ακτινογραφία ξανά και ξανά κοιτώντας τη στο φως. Ένα πλαστικό ποτηράκι. Τα καλοριφέρ παγωμένα. Αιρκοντίσιον φυσάει χνότο ζεστό. Κάνει το χώρο διπλά ασθενικό. Οι λάμπες φθορίου.


‘’Από τις έξη. Τρείς ώρες τώρα. Μάλλον μας ξέχασαν εδώ πίσω. Εσύ έχεις πυρετό ή δύσπνοια; Μην ανησυχείς.’’


Κοιτάω πότε χάμω πότε από το παράθυρο έξω. Τα φώτα πορτοκαλιά στο προαύλιο χώρο. Δύο ένστολοι σοβαροί καπνίζουν ψιθυρίζοντας. Τα χνώτα τους ανακατεύονται με το καπνό του τσιγάρου τους και αχνίζουν. Αριστερά σκοτάδι. Με κοιτάνε παράξενα. Δεν έχει κουρτίνες το δωμάτιο και εγώ έχω σχεδόν ξεχάσει πως φοράω την πράσινη μάσκα.


Ανοίγει η πόρτα. Μία τσιγγάνα με μαντίλι στο κεφάλι και το γιό της μπαίνουν στην αίθουσα. Ο γιός της φοράει μάσκα. Μιλάνε την δική τους γλώσσα και αδυνατώ να καταλάβω τι λένε. Κάθονται.

Παρακολουθούν μια ξένη σειρά στη τηλεόραση. Μια γυναίκα πνίγετε σε ορμητικά νερά μέσα στο σπίτι της. Γυρνάω τα μάτια μου στο πάτωμα, δεν θέλω να τους κοιτάξω περίεργα, δεν θέλω να νιώσουν περίεργοι. Άλλωστε ποτέ δεν είχα πρόβλημα με τους τσιγγάνους. Αν αντιμετωπίσεις έναν άνθρωπο σαν ζώο θα στο ανταποδώσει. Αν ξεχάσεις πως είναι άνθρωπος δεν είσαι ούτε εσύ ο ίδιος.


‘’Θα περιμένουμε ώρα; Έχεις κι εσύ βήχα; Τι μέρος είναι αυτό…’’


Χτυπάει το τηλέφωνο. Το σηκώνει η κοπέλα.


‘’Καλή υπομονή αγόρι μου. Καλή σου νύχτα.’’


Ο κύριος σηκώνετε βαριά, ανασέρνοντας τα πόδια του. Κλίνει η κίτρινη πόρτα.

Σηκώνομε. Ανοίγω την πόρτα. Κατεβάζω τη μάσκα. Ένα μικρό μπαλκονάκι ίσα που χωράω εγώ και το κουτί του αιρκοντίσιον. Στο τέλος του παλιού νοσοκομείου. Μυρίζει περίεργα ο αέρας. Δεν κάνει κρύο. Στο μαρμαρένιο πεζούλι έχει μαύρη στάχτη σβησμένου τσιγάρου. Ανάβω τσιγάρο, αυτόν τον αναπτήρα τον είχα κλέψει από εσένα, κι εσύ κλεμμένο τον είχες.


Μισό κατεβασμένα στόρια του εξήντα. Σκοτεινά δωμάτια, ολόκληρο κτήριο αριστερά σκοτεινό. Μικρά όμοια βεραντάκια. Οι ένστολοι απουσιάζουν. Μια πόρτα από το καινούργιο κτήριο ανοίγει. Δύο λευκοντυμένες γυναίκες κουβαλάνε σακούλες σκουπιδιών. Χάνονται αριστερά στο σκοτάδι.

Ένα δυνατό ουρλιαχτό σειρήνας ασθενοφόρου φτάνει και όλο πλησιάζει. Ντύνει τους τοίχους και τους γιατρούς στα μπλε. Δεξιά μου φωτίζετε ένα δωμάτιο με φως, χαμηλά στόρια και κάγκελα.

Το ασθενοφόρο χάθηκε στιγμιαία και το προαύλιο άδειασε. Λίγο μετά ένα γιατρός βγαίνει αργά από την πόρτα. Βγάζει τα πλαστικά γάντια και τα ακουμπάει σε ένα τσιμεντένιο πεζούλι. Τρίβει το πρόσωπο του με τα χέρια και ανάβει τσιγάρο.

Με κοίταξε μια στιγμή. Έσβησα το τσιγάρο στο προηγούμενο λεκέ. Φόρεσα την μάσκα, έσφιξα το σιδεράκι.


Κάθισα ξανά στην καρέκλα. Η τσιγγάνα μετά από λίγο άνοιξε την κίτρινη πόρτα με τον γιο της και χάθηκαν στους ατέλειωτους διαδρόμους.


Άνοιξα την κίτρινη πόρτα. Ο διάδρομος παγωμένος, θύμιζε ψυγείο κρεάτων. Στο τέλος του ένα ξύλινο κατασκεύασμα που έφραζε την είσοδο. Μια πόρτα διπλή κλισμένη με χοντρή αλυσίδα. Ένας ένστολος στην αρχή του διαδρόμου μπαίνει μέσα σε μια πόρτα. Τα φώτα στο τέλος του διαδρόμου χανόντουσαν. Σκοτάδι.

Προχώρησα. Οι πόρτες από τα παλιά δωμάτια ανοιχτές μα όχι όλες, μπορούσα κι έβλεπα τα αλλοτριωμένα κρεβάτια και τα σκονισμένα πατώματα.

Στάζει μία βρύση. Πίσσα σκοτάδι οι τουαλέτες, που θυμίζουν βάλτο με τον ήχο τις σταγόνας. Νιώθω τα βήματά μου να παφλάζουν στον τοίχο. Αν έλεγα κάτι θα ακούγονταν σύσσωμα παντού. Σαν ένα τεράστιο ηχείο στη μοναξιά του κόσμου.


Ένα δωμάτιο δίπλα μια πλαστική επιγραφή γράφει ‘’αίθουσα φυλακισμένων’’ .
Μπήκα στην αίθουσα αναμονής. Έκλεισα την κίτρινη πόρτα. Χτύπησε το τηλέφωνο.

Τετάρτη, 18 Νοεμβρίου 2009

Μην ανοίξεις τώρα τη λευκή πόρτα.
Ντύνετε Χριστουγεννιάτικα η πόλη.
Κρύο μπαίνει από παντού.
Είναι νωρίς να φύγεις τώρα.
Μονάχα 17 χρονών.

στον Π.
Μάρτης.
Τραγούδι 12.
Τραγούδι 12 στο δίσκο με τα μαύρα γυαλιά.
Σαξόφωνο και John Mayall.
''Room to move.''

Στίβενσον
κόκκινο.
''Τρία κλικ αριστερά.''
Μάρτης 2005.

Κινούμενη η σιωπή.
Απουσία, μοναξιά, ευαισθησία
Παρίσι
Ελλάδα

Εμείς...

Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2009

Νικοτίνη και μπογιές.


Στις λυπημένες ομπρέλες καλοκαιριού
πότε Αύγουστος και πότε αρχές Σεπτέμβρη.
Παγωμένη θάλασσα.

Στη γέρικη μοναξιά που κυκλώνει.
Στις στάχτες των τσιγάρων.
Στο σκοτεινό δωμάτιο.

Ύστερα ως εκεί.
Και έπειτα εδώ.

Νικοτίνη
και μπογιές
Ξεραμένα λουλούδια.
Εκείνα τα απογεύματα που νύχτωναν
στην άκρη του γκρεμού.
Νυχτώναμε κι εμείς μαζί τους.
Μας πάγωνε ο αέρας.
''Λίγο ακόμη και θα πετάξω.''
σου έλεγα.

Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2009

θερινά σινεμά και ψάθινες καρέκλες.

Χάρτινε και μουσκεμένε ουρανέ.
Σ' αυτού του κόσμου την ατέλειωτη σιωπή.
Ξεσήκωσε τους τρομαγμένους ανθρώπους.
Ζέστανε τους με τις ελπίδες σου.
Αυτές τις νόθες.

Τώρα που τελειώνουν
τα θερινά σινεμά.
Και οι ψάθινες καρέκλες σαπίζουν.
Νοέμβρης και παγωνιά.

Ζέστανε κάθε τρομαγμένο άνθρωπο
Με νόθα ελπίδα
που ηδονικά επιδιώκει.
Κι έτσι να ζήσει και να ζουν οι άνθρωποι.
Ξεπουλημένο μοτίβο και φτηνά σκηνικά.

10 Νοεμβρίου 2009


Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2009

στον Οκτώβρη.



Πάντα το πρωί καφέ φίλτρου με μπόλικη ζάχαρη,
νικοτίνη και μυρωδιά ξυλόσομπας.

Έξω χαράξει.
Πριν λίγο ήταν σκοτάδι.
Κολλάει η νικοτίνη με την γεύση του καφέ
στα δόντια.

Τα σκιασμένα πουλιά του ουρανού.


Μονάχα που οι περαστικοί έχουν αποσκευές,
φοράνε βαρεία ρούχα, μαύρα κοκάλινα γυαλιά ηλίου,
είναι πάντα φοβισμένοι και στέκονται όρθιοι.
Μαντεύουν δήθεν σκέψεις...
επιλογές και όνειρα.

Εσύ ήρθες απόγευμα.
Δερμάτινα σανδάλια στον Οκτώβρη
Κρύωνε ο νους σου.

Μη στέκεσαι όρθια και βγάλε τα γυαλιά σου.

Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2009

Ξένοι τόποι και άλλοτε οικείοι και βρόχινοι.

Οι συμπωτικές γραμμές των τρόλεϊ και οι φωτεινοί σηματοδότες. Βρομερές αφίσες σε κτήρια που πάσχουν από μονοτονία. Πολύμορφες τέντες διαφόρων χρωμάτων που σκυλεύουν των ουρανό. Κι άνθρωποι που τράφηκαν από παχνιασμένο ψωμί και σάπιο νερό. Άνθρωποι που έγιναν σκυθρωποί.


Τα υγρά μάτια μεταναστών στην πλατεία Συντάγματος που κρατάνε στα χέρι τους πλαστικοποιημένα κακόγουστα αντικείμενα προς πώληση. Και άνθρωποι που αναμένουν άλλοι το πράσινο σηματοδότη και άλλοι το λεωφορείο.

Όταν τους κοιτάς με τη πλάτη στον τοίχο ψάχνεις μέσα σου μόνο από απλή περιέργεια να δεις στα μάτια τους κάτι ή να υποθέσεις που πάνε και πια είναι η διαδρομή τους, πια είναι ήταν η διαδρομή που ακολούθησαν.

Η κοπέλα με τα σκουρόχρωμα γυαλιά είχε κι εκείνη την δική της σπασμένη ομπρέλα.

Και κάπνιζε διακριτικά λεπτά τσιγάρα αναμμένα από σπίρτο.

Εκείνος έκανε τριφτά τσιγάρα και η χειραψία του ήταν εντάξει.



Γριές που κρατάνε σφιχτά στην φούχτα τους τις τσάντες διαλέγουν από πάγκους πεζοδρομίων φρούτα που θα ζυγιστούν στην κρεμαστή ζυγαριά με το τσίγκινο πιάτο.

Και ύστερα θα περπατήσουν στο δρόμο.


Δεν θα μπορούσες να τον πεις κιθαρίστα αλλά άνθρωπο του δρόμου. Είχε εκείνη την στραπατσαρισμένη κιθάρα και τα πόδια του ενσωματωμένα ντέφια. Η κοσμηματοδημιουργός ήταν θηλασμένη με την απαλή της εσάρπα. Πουλούσε δημιουργίες της κάθε Σαββατοκύριακο στην ίδια θέση. Όλα καρφιτσωμένα στην ομπρέλα της.




Ο ολόμαυρος σκύλος που έμοιαζε σαν ήρωας παραμυθιού με το κόκκινο περιλαίμιο γυρνούσε τις τελευταίες μέρα στο Μοναστηράκι. Τώρα είχε παρέα αλλά όχι εμάς.

Μπορούσε και ξάπλωνε ανάμεσα στον κόσμο. Έπεσε στα πόδια της και δεν την αναγνώρισε, συνέχισε το παιχνίδι. Έχει άλλωστε πολλούς φίλους.

Ο άντρα που ήταν άγνωστα για μένα αυτά που πουλούσε είχε φυλακισμένες φωνές πουλιών σε δύο μικρά ηχεία. Και ταλαιπωρημένοι εξ όψεως άνθρωποι που άπλωναν το χέρι για επαιτεία, ποτέ μου δεν τους σπλαχνίσθηκα γιατί δεν είναι επαίτες συναισθημάτων.




Κι όταν η μέρα δεν βαστά και νυχτώνει κι ανάβουν οι ηλεκτρικές λάμπες. Μου είπες πως το μόνο αστέρι που φαίνετε από εδώ είναι ή Αφροδίτη γιατί έχει το πιο δυνατό φως. Έδηξα κατανόηση αλλα μου ακούστηκε περίεργο γιατί περίμενα στην μηδενική θέαση του ουρανού από εδώ.



Σκουριασμένα περιστέρια βρόμικα σαν τα ποντίκια τσιμπολογούν ψίχουλα στο σταθμό Λαρίσης. Ο γέροντας με τα λαχεία και ο μικροπωλητής που πέρασε χιλιάδες φορές από μπροστά μας. Επιβάτες που περιμένουν κι άλλοι που τρέχουν να προλάβουν κι άλλοι που έτρεξαν και δεν πρόλαβαν. Κάποιοι προσπαθούν έστω και τη στιγμή του ταξιδιού αντί να κοιμηθούν ή να διαβάσουν κάποιο περιοδικό μόδας που ακολούθησαν πιστά να δούνε την ζωή τους σαν ένα φυλαχτώ που δεν δανείστηκε ποτέ. Φοβούνται να μιλήσουν για να μην μείνουν σε κάποια λάθος στάση και ξεχαστούν. Και μείνουν μονάχα μία απλή βιασμένη φιλοσοφία ζωής και γεράσουν άσχημοι και μόνοι.



Οι γραμμές των τρένων είναι αυτές που αποκόβουν το ταξίδι μακριά από τις πόλεις πάνω και μέσα στα βουνά. Για να μπορείς να απολαμβάνεις αλλιώτικα το σούρουπο και το κινούμενο τοπίο που ξεδιπλώνετε ταχέως δίπλα σου. Να συλλέγει ο νου σου υποσυνείδητα εικόνες.



Ξένοι τόποι και άλλοτε οικείοι και βρόχινοι.


Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου 2009

Σεπτέμβρη που θυμάμαι.




Σε αυτή την πόλη η βροχή είναι αλλιώτικη, ποιο μανιακή ποιο πυκνή. Οι άνθρωποι αναβάλουν την έξοδο λες και είναι χάρτινοι και θα μουλιάσουν αν βγουν. Μόνο εκείνα τα τεράστια αδέσποτα σκυλιά κυλιούνται στο γρασίδι.

Σε αυτό τον δρόμο δεν υπάρχει ψυχή. Είναι μόλις απόγευμα. Είναι σαν να τους απωθεί όλους η μυρωδιά. Εκείνη η υπέροχη μυρωδιά του ποτισμένου χώματος.

Σεπτέμβρης μήνας και κανείς δεν θέλει να χειμωνιάσει.


.

Κάποια σπίτια έχουν αφήσει τις λευκές κουρτίνες ακόμη, αυτές του καλοκαιριού. Οι άνθρωποι εδώ δεν φοράνε αδιάβροχα κίτρινα και γκρι, δεν είναι ήρωες από ταινίες. Κρατάνε κακόγουστες χρωματιστές ομπρέλες.

Μα εκείνοι με τις μαύρες ομπρέλες τις μονόχρωμες είναι άλλοι.

Οι πλάκες από τα πεζοδρόμια είναι ένα παλιό παιχνίδι παιδικό.

Οι κεραίες είναι πολλές, πυκνές σαν μεταλλικά πουλιά.




Η πίσσα γυαλίζει στην βροχή. Αντανακλά τα φανάρια.

Τα μαύρα σταράκια κουρέλια στα πόδια.

Βρέχει ποιο δυνατά.

Η γυναίκα φωνάζει δυνατά. Πιο ουρλιάζει. Βρέχετε. Βρίζει. Φεύγω.

Έχω γίνει μούσκεμα και ζωντανεύουν οι μνήμες που έφερα από την θάλασσα.

Κάθε Σεπτέμβρη που θυμάμαι ήμουν στην Αλόννησο. Έβλεπα το νησί να αδειάζει, η θάλασσα να κρυώνει. Να νυχτώνει ποιο νωρίς γιατί το Σεπτέμβρη οι μέρες μικραίνουν κι άνθρωποι κιτρινίζουν. Αρχίζουν τα σχολείο και μυρίζει εκείνη η λιτή μυρωδιά χαρτιού.

Τώρα εδώ αλλιώτικα.

Ευτυχώς μπορώ και βλέπω από την βεράντα μου ουρανό. Και δεν στεναχωριέμαι τόσο για την θάλασσα, μάζεψα άλλωστε μπόλικα κοχύλια. Κι ας μην έχει τα βράδια καθαρά αστέρια. Ίσως για να τα εκτιμήσω και λίγο.



Η γυναίκα μπαίνει με δίκιά της βούληση στο ασθενοφόρο.

Κυριακή, 09 Αυγούστου 2009

Εδώ.


Κι ύστερα είπε ψιθυριστά:
<<εδώ που δεν υπάρχει φως>>

Κυριακή, 12 Ιουλίου 2009

τα νέα σύννεφα...

Μαζεύτηκαν μαύρα σύννεφα κι η θάλασσα έγινε εκείνο το χρώμα της μελανιάς. Υπήρχε ήλιος αλλιώτικος όμως. Τα τζιτζίκια τρόμαζαν ίσως και έπαψαν.
Η καλοκαιρινή βροχή δεν ήταν μακριά.
Μάζεψα τα χαρτόκουτα από την βεράντα. Όλο το σπίτι είναι γεμάτο κουτιά. Αναδύουν εκείνη την μυρωδιά. Χωρίς λόγο την σιχαίνομαι.

Η βροχή ξεκίνησε. Αέρας. Δυνατή ψιχάλα. Ξέπλυνε τα πάντα. Το πυρωμένο έδαφος σήκωσε την ζέστη του. Εκείνη η όμορφη μυρωδιά.
Κι ο ήλιος με τα νέα σύννεφα...