Κυριακή, 19 Σεπτεμβρίου 2010

βολβοί κρεμυδιών.

Κι ο δρόμος άνοιξε
κι ήρθαν και στάθηκαν του ανέμου κόκκινα φτερά στις μύτες
και στις άκρες των χειλιών μας αίμα.


Τα μάτια μου ξεράθηκαν και να πεθαίνουν
ξεκολάνε απ' τις άκρες της σάρκας
φτάνουν σφαιρικά στην εκβολή ενός βυσσινιού ποταμού.


Τόσοι θάνατοι, δεν φοβάμαι άλλον ένα.
Και φυσικά δεν μιλάω για τα μάτια.
Δεν πεθαίνουν τα μάτια;


Και τότε τα χέρια, τροχοφόρων άξονες
και μέσα στα εσωτερικά
μέσα στο στομάχι ένα περίστροφο.


Τα μάτια μου ξεράθηκαν
κέρματα, βολβοί κρεμμυδιών
και έπεσαν στα χέρια
κύλισαν στο δρόμο.

Τόσοι θάνατοι, δεν φοβάμαι άλλον ένα. Και φυσικά δεν μιλάω για τα μάτια.
Ναι και φυσικά δεν μιλώ γι αυτά.

Τόσοι θάνατοι δεν φοβάμαι άλλον έναν.