Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου 2009

Σεπτέμβρη που θυμάμαι.




Σε αυτή την πόλη η βροχή είναι αλλιώτικη, ποιο μανιακή ποιο πυκνή. Οι άνθρωποι αναβάλουν την έξοδο λες και είναι χάρτινοι και θα μουλιάσουν αν βγουν. Μόνο εκείνα τα τεράστια αδέσποτα σκυλιά κυλιούνται στο γρασίδι.

Σε αυτό τον δρόμο δεν υπάρχει ψυχή. Είναι μόλις απόγευμα. Είναι σαν να τους απωθεί όλους η μυρωδιά. Εκείνη η υπέροχη μυρωδιά του ποτισμένου χώματος.

Σεπτέμβρης μήνας και κανείς δεν θέλει να χειμωνιάσει.


.

Κάποια σπίτια έχουν αφήσει τις λευκές κουρτίνες ακόμη, αυτές του καλοκαιριού. Οι άνθρωποι εδώ δεν φοράνε αδιάβροχα κίτρινα και γκρι, δεν είναι ήρωες από ταινίες. Κρατάνε κακόγουστες χρωματιστές ομπρέλες.

Μα εκείνοι με τις μαύρες ομπρέλες τις μονόχρωμες είναι άλλοι.

Οι πλάκες από τα πεζοδρόμια είναι ένα παλιό παιχνίδι παιδικό.

Οι κεραίες είναι πολλές, πυκνές σαν μεταλλικά πουλιά.




Η πίσσα γυαλίζει στην βροχή. Αντανακλά τα φανάρια.

Τα μαύρα σταράκια κουρέλια στα πόδια.

Βρέχει ποιο δυνατά.

Η γυναίκα φωνάζει δυνατά. Πιο ουρλιάζει. Βρέχετε. Βρίζει. Φεύγω.

Έχω γίνει μούσκεμα και ζωντανεύουν οι μνήμες που έφερα από την θάλασσα.

Κάθε Σεπτέμβρη που θυμάμαι ήμουν στην Αλόννησο. Έβλεπα το νησί να αδειάζει, η θάλασσα να κρυώνει. Να νυχτώνει ποιο νωρίς γιατί το Σεπτέμβρη οι μέρες μικραίνουν κι άνθρωποι κιτρινίζουν. Αρχίζουν τα σχολείο και μυρίζει εκείνη η λιτή μυρωδιά χαρτιού.

Τώρα εδώ αλλιώτικα.

Ευτυχώς μπορώ και βλέπω από την βεράντα μου ουρανό. Και δεν στεναχωριέμαι τόσο για την θάλασσα, μάζεψα άλλωστε μπόλικα κοχύλια. Κι ας μην έχει τα βράδια καθαρά αστέρια. Ίσως για να τα εκτιμήσω και λίγο.



Η γυναίκα μπαίνει με δίκιά της βούληση στο ασθενοφόρο.

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

ΤΟΥΤΑ ΤΑ ΔΑΚΡΥΑ ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ ΠΟΥ ΤΟ ΔΑΙΒΑΖΩ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΛΥΠΗ, ΑΠΟ ΧΑΡΑ ΕΙΝΑΙ ΠΟΥ ΣΕ ΓΝΩΡΙΖΩ.....