Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2009

ειδική αίθουσα αναμονής.

‘’Φόρεσε αυτή τη μάσκα. Ξάπλωσε. Σήκωσε το μανίκι σου. Σφίξε το χέρι σου. Βαθιά αναπνοή. Χαλάρωσε το χέρι σου. Κάθισε. Ζαλίζεσαι; Σήκω όρθιος. Ακολούθησέ με.’’


Άνθρωποι καθισμένοι σε πλαστικούς πάγκους αναμονής. Γέροι κουρασμένα σκυμμένοι.


‘’Όταν θα σου πω εγώ κράτα την αναπνοή σου για δευτερόλεπτα. Έτοιμος. Το παλτό σου μην ξεχάσεις’’


Η κυρία με τα λευκά. Γύρω στα εξήντα. Περπατάει γρήγορα. Κι άλλοι άνθρωποι θλιμμένοι. Περπατά γρήγορα. Ανοίγει μια διπλή πόρτα με φιμέ τζάμια. Κρύο.


‘’Ναι στο παλιό. Έχει ειδική αίθουσα αναμονής. Σφίξε το σιδεράκι της μάσκας. Θα περιμένεις να σου τηλεφωνήσουμε.’’


Ένας μεσήλικος κοιμάται σε ένα ξύλινο πάγκο. Φοράει μάσκα πράσινη. Σηκώνετε μόλις μπήκα. Η κόρη του κάτι του λέει και κάθετε στον πάγκο με βαρύ το κεφάλι.

Έχουν ακουμπήσει σε ένα τραπεζάκι το βαμβάκι με το αίμα. Οι πόρτα έχει ένα καρφωμένο κόντρα πλακέ υποκατάστατο τζαμιού το ίδιο και η σιδερένια μπαλκονόπορτα.

Κάθομαι σε μια πλαστική καρέκλα. Η τηλεόραση χωρίς ήχο. Συνταγές μαγειρικής.


Η ντουλάπα με ένα φύλλο ανοικτό. Ο νιπτήρας, αντισηπτικό σαπούνι. Παλιό μωσαϊκό, υποδοχές οξυγόνου στο τοίχο, λαδομπογιά ως το μέσω και ένας ανεμιστήρας στο ταβάνι σαν θεόρατη λεπίδα.

Οι πνεύμονές μου ακουμπισμένοι στο τραπεζάκι. Σηκώνω την ακτινογραφία ξανά και ξανά κοιτώντας τη στο φως. Ένα πλαστικό ποτηράκι. Τα καλοριφέρ παγωμένα. Αιρκοντίσιον φυσάει χνότο ζεστό. Κάνει το χώρο διπλά ασθενικό. Οι λάμπες φθορίου.


‘’Από τις έξη. Τρείς ώρες τώρα. Μάλλον μας ξέχασαν εδώ πίσω. Εσύ έχεις πυρετό ή δύσπνοια; Μην ανησυχείς.’’


Κοιτάω πότε χάμω πότε από το παράθυρο έξω. Τα φώτα πορτοκαλιά στο προαύλιο χώρο. Δύο ένστολοι σοβαροί καπνίζουν ψιθυρίζοντας. Τα χνώτα τους ανακατεύονται με το καπνό του τσιγάρου τους και αχνίζουν. Αριστερά σκοτάδι. Με κοιτάνε παράξενα. Δεν έχει κουρτίνες το δωμάτιο και εγώ έχω σχεδόν ξεχάσει πως φοράω την πράσινη μάσκα.


Ανοίγει η πόρτα. Μία τσιγγάνα με μαντίλι στο κεφάλι και το γιό της μπαίνουν στην αίθουσα. Ο γιός της φοράει μάσκα. Μιλάνε την δική τους γλώσσα και αδυνατώ να καταλάβω τι λένε. Κάθονται.

Παρακολουθούν μια ξένη σειρά στη τηλεόραση. Μια γυναίκα πνίγετε σε ορμητικά νερά μέσα στο σπίτι της. Γυρνάω τα μάτια μου στο πάτωμα, δεν θέλω να τους κοιτάξω περίεργα, δεν θέλω να νιώσουν περίεργοι. Άλλωστε ποτέ δεν είχα πρόβλημα με τους τσιγγάνους. Αν αντιμετωπίσεις έναν άνθρωπο σαν ζώο θα στο ανταποδώσει. Αν ξεχάσεις πως είναι άνθρωπος δεν είσαι ούτε εσύ ο ίδιος.


‘’Θα περιμένουμε ώρα; Έχεις κι εσύ βήχα; Τι μέρος είναι αυτό…’’


Χτυπάει το τηλέφωνο. Το σηκώνει η κοπέλα.


‘’Καλή υπομονή αγόρι μου. Καλή σου νύχτα.’’


Ο κύριος σηκώνετε βαριά, ανασέρνοντας τα πόδια του. Κλίνει η κίτρινη πόρτα.

Σηκώνομε. Ανοίγω την πόρτα. Κατεβάζω τη μάσκα. Ένα μικρό μπαλκονάκι ίσα που χωράω εγώ και το κουτί του αιρκοντίσιον. Στο τέλος του παλιού νοσοκομείου. Μυρίζει περίεργα ο αέρας. Δεν κάνει κρύο. Στο μαρμαρένιο πεζούλι έχει μαύρη στάχτη σβησμένου τσιγάρου. Ανάβω τσιγάρο, αυτόν τον αναπτήρα τον είχα κλέψει από εσένα, κι εσύ κλεμμένο τον είχες.


Μισό κατεβασμένα στόρια του εξήντα. Σκοτεινά δωμάτια, ολόκληρο κτήριο αριστερά σκοτεινό. Μικρά όμοια βεραντάκια. Οι ένστολοι απουσιάζουν. Μια πόρτα από το καινούργιο κτήριο ανοίγει. Δύο λευκοντυμένες γυναίκες κουβαλάνε σακούλες σκουπιδιών. Χάνονται αριστερά στο σκοτάδι.

Ένα δυνατό ουρλιαχτό σειρήνας ασθενοφόρου φτάνει και όλο πλησιάζει. Ντύνει τους τοίχους και τους γιατρούς στα μπλε. Δεξιά μου φωτίζετε ένα δωμάτιο με φως, χαμηλά στόρια και κάγκελα.

Το ασθενοφόρο χάθηκε στιγμιαία και το προαύλιο άδειασε. Λίγο μετά ένα γιατρός βγαίνει αργά από την πόρτα. Βγάζει τα πλαστικά γάντια και τα ακουμπάει σε ένα τσιμεντένιο πεζούλι. Τρίβει το πρόσωπο του με τα χέρια και ανάβει τσιγάρο.

Με κοίταξε μια στιγμή. Έσβησα το τσιγάρο στο προηγούμενο λεκέ. Φόρεσα την μάσκα, έσφιξα το σιδεράκι.


Κάθισα ξανά στην καρέκλα. Η τσιγγάνα μετά από λίγο άνοιξε την κίτρινη πόρτα με τον γιο της και χάθηκαν στους ατέλειωτους διαδρόμους.


Άνοιξα την κίτρινη πόρτα. Ο διάδρομος παγωμένος, θύμιζε ψυγείο κρεάτων. Στο τέλος του ένα ξύλινο κατασκεύασμα που έφραζε την είσοδο. Μια πόρτα διπλή κλισμένη με χοντρή αλυσίδα. Ένας ένστολος στην αρχή του διαδρόμου μπαίνει μέσα σε μια πόρτα. Τα φώτα στο τέλος του διαδρόμου χανόντουσαν. Σκοτάδι.

Προχώρησα. Οι πόρτες από τα παλιά δωμάτια ανοιχτές μα όχι όλες, μπορούσα κι έβλεπα τα αλλοτριωμένα κρεβάτια και τα σκονισμένα πατώματα.

Στάζει μία βρύση. Πίσσα σκοτάδι οι τουαλέτες, που θυμίζουν βάλτο με τον ήχο τις σταγόνας. Νιώθω τα βήματά μου να παφλάζουν στον τοίχο. Αν έλεγα κάτι θα ακούγονταν σύσσωμα παντού. Σαν ένα τεράστιο ηχείο στη μοναξιά του κόσμου.


Ένα δωμάτιο δίπλα μια πλαστική επιγραφή γράφει ‘’αίθουσα φυλακισμένων’’ .
Μπήκα στην αίθουσα αναμονής. Έκλεισα την κίτρινη πόρτα. Χτύπησε το τηλέφωνο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: