

Μα είδες πως τα έφεραν οι τρεις μοίρες τα πράγματα; (Λάχεσις, Κλωθώ και Άτροπος)
Δεν έφυγα εγώ πρώτος. Και δεν θα κλάψεις…
Κάθε φορά που περνούσα από το κείνο το στενό, πίσω από τα μυτερά κάγκελα της αυλής, πίσω από το τζάμι, καθόταν εκείνη η γριά, με τα κάτασπρα μαλλιά.
Πάντα κοίταζε το δρομάκι και φόραγε στο κεφάλι κείνο το κουρέλι που έδενε τα μαλλιά της. Πλάι της καθόταν η πενηντάρα αλλοδαπή με τα βαμμένα μαλλιά που έπλεκε συνεχώς φορώντας τα κοκάλινα γεροντίστικα γυαλιά της. Κάθε φορά που πέρναγα από το στενό έβλεπα την θλίψη της γιαγιάς που με κοίταζε με απορία. Και κείνο το αξέχαστο χαμόγελο της αλλοδαπής ήταν τόσο όμορφο. Μου άλλαζε την διάθεση.
Κι όταν νύχτωνε και έκλιναν τα παραθυρόφυλλα του παραθύρου της κουζίνας, καθόταν στο αναπηρικό της καροτσάκι, κάτω από το ημίφως του κόκκινου φωτός της κρεβατοκάμαρά της. Καθόταν κάθε βράδυ του Χειμώνα και κοίταζε την άγρια μαύρη θάλασσα.
Μου έκανε εντύπωση το βλέμμα της και πάντα την κοίταζα καθώς περνούσα. Εδώ και δύο χρόνια πάντα στο παράθυρο, σπάνια την μετακινούσαν έξω στην άδεια αυλή.
Και άδεια γιατί είχε μονάχα μια γλάστρα με κάποιο σάπιο από τον καιρό φυτό και μια άχαρη σκάλα στην γωνία.
Ο γιος της, εκείνος ο χοντρός κύριος με το μουστάκι και το βλέμμα της απάθειας πάντα στα μάτια του, μου την έδινε όταν πήγαινα στο μαγαζί του να πάρω τσιγάρα και μπέρδευε τα Καρέλια με τα Γουίνστον.
Ήταν μία γιαγιά ξεχασμένη, θλιμμένη και θυμάμαι πως με κοίταξε πίσω από τα τζάμια. Ίσως και να μου θύμιζε και την γιαγιά μου…αλλα δεν ήταν.
Επτά και δέκα. Η τσάντα βαριά. Πρώτη ώρα κατεύθυνση αρχαία. Κλαδώνω την πόρτα. Φυσάει ζεστό αεράκι του Νοέμβρη και έχει και έναν δειλό ήλιο. Έχω αργήσει.
Ακούγετε η νεκροκαμπάνα.
‘’Όλο και κάποιος θα ξενιτεύτηκε’’
Το βράδυ τελειώνοντας το μάθημα πέρασα το στενό. Στην άσχημη αυλή το αναπηρικό καροτσάκι της γιαγιάς φορτωμένο μια μαύρη πλαστική σακούλα σκουπιδιών. Το ημίφως του κόκκινου φωτός χωρίς την παρουσία της ανάπηρης περσόνας.
Μου είχες πει:
Να επιστρέψουν οι προδομένοι
μέσα από τα κίτρινα λιβάδια,
να στοιβαχτούν σαν πρόσφυγες
στα υπόγεια.
Σου χα πει:
Πως στους τοίχους γράφτηκαν,
συνθήματα των παραπλανημένων.
Πως μέσα μας βαθιά ανασαίνει η πίστη.
Κάποτε μου χες πει ακόμα:
Πως εκείνα τα μοβ κλειστά όνειρα,
ήταν οι μνήμες από το ποτάμι με τις καλαμιές.
Τότε που ‘μουν παιδί, χαμογέλαγα
και δεν μίλαγα τόσο.
Κι εγώ σου χα πει ακόμα:
Ότι δεν φτάνει κανείς
να κρεμαστεί ανάποδα από
τα σύρματα των στύλων.
Μα ματώνουν οι χειμωνιάτικες ακακίες
τα δάκτυλα μου.
13 Νοεμβρίου 2008
Αλόννησος
Έβγαλα τα τσιγάρα μου από την τσέπη του παντελονιού. Ο τρομερός πονοκέφαλος. Κάθισα στο σβηστό τζάκι, χάζευα τις δεκάδες γόπες, την στάχτη και τα περσινά ξύλα που περίσσεψαν, τα γανωμένα τούβλα...Πάντα μα πάντα από μικρός έως τώρα χάζευα τους ξέθωρους λεκέδες, κι ήταν σαν πρόσωπα, κι άλλοτε ζώα, κι άλλοτε πράγματα ονείρων.
Άναψα το τσιγάρο με τον άσπρο αναπτήρα. Ρούφηξα την λατρεμένη μου πρώτη ρουφηξιά και ένιωθα τον καπνό να τρυπώνει ανάμεσα από τα δόντια μου κι ύστερα μέσα στα πνεμόνια μου να τραυλίζει.
Ο πονοκέφαλος μου έφερνε αναγούλα. Η ένταση από πριν, το κρασί από χθες.
Το διαλυμένο ράδιο ήταν κλιστώ. Από το βάθος της κλειστής πόρτας ακουγόταν ο ήχος από σελίδες βιβλίου.
Από το σαλόνι η ξεχασμένη τηλεόραση έδειχνε κάποια ανούσια ταινία.
Το πορτοκαλί φως του σαλονιού ήταν αναμμένο. Από την καμινάδα του τζακιού έμπαινε ο αέρας που φύσαγε απέξω.
Το στομάχι μου με πέθαινε. Κοίταζα το ρολόι μου τόσο αφηρημένα, που όταν σήκωσα τα μάτια μου να πιάσω το τσιγάρο δεν θυμόμουν ή δεν είχα προσέξει τι ώρα ήταν.
Άκουσα τον ήχο του στην είσοδο, στην βεράντα.
‘’Ανοίγω εγώ!’’
...Άνοιξα λες και ήξερα πως ήσουν. Δεν ξέρω. Ίσως χθες το τηλέφωνο, το στομάχι μου, δεν ξέρω.
Έτρεξες χωρίς να με κοιτάξεις...Έτρεξες κατευθείαν μέσα στο σπίτι.
[Κι είναι δύσκολες, χαλασμένες οι μέρες τον καιρό αυτό]
Γίνηκε το χώμα στάχτη,
στης παλάμης το μέρισμα.
Κοντά στα δάκτυλα.
Άμμος. Μαύρη. Πηχτή.
Τριμμένος ήλιος.
Ράμφη λευκά.
Στου ισχνού ήχου,
το διάβα βράχνιασα.
Ο στερνός ήχος.
1 Νοέμβριου 2008
Αλόννησος
Κείμενα, ποιήματα, εικόνες και λοιπά κατοχυρωμένα.
Να μην σε νικήσει ο κόσμος
[Νικόλας Άσιμος]