Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2008

Έβγαλα τα τσιγάρα μου από την τσέπη ...

Έβγαλα τα τσιγάρα μου από την τσέπη του παντελονιού. Ο τρομερός πονοκέφαλος. Κάθισα στο σβηστό τζάκι, χάζευα τις δεκάδες γόπες, την στάχτη και τα περσινά ξύλα που περίσσεψαν, τα γανωμένα τούβλα...Πάντα μα πάντα από μικρός έως τώρα χάζευα τους ξέθωρους λεκέδες, κι ήταν σαν πρόσωπα, κι άλλοτε ζώα, κι άλλοτε πράγματα ονείρων.

Άναψα το τσιγάρο με τον άσπρο αναπτήρα. Ρούφηξα την λατρεμένη μου πρώτη ρουφηξιά και ένιωθα τον καπνό να τρυπώνει ανάμεσα από τα δόντια μου κι ύστερα μέσα στα πνεμόνια μου να τραυλίζει.

Ο πονοκέφαλος μου έφερνε αναγούλα. Η ένταση από πριν, το κρασί από χθες.

Το διαλυμένο ράδιο ήταν κλιστώ. Από το βάθος της κλειστής πόρτας ακουγόταν ο ήχος από σελίδες βιβλίου.

Από το σαλόνι η ξεχασμένη τηλεόραση έδειχνε κάποια ανούσια ταινία.

Το πορτοκαλί φως του σαλονιού ήταν αναμμένο. Από την καμινάδα του τζακιού έμπαινε ο αέρας που φύσαγε απέξω.

Το στομάχι μου με πέθαινε. Κοίταζα το ρολόι μου τόσο αφηρημένα, που όταν σήκωσα τα μάτια μου να πιάσω το τσιγάρο δεν θυμόμουν ή δεν είχα προσέξει τι ώρα ήταν.




Άκουσα τον ήχο του στην είσοδο, στην βεράντα.

‘’Ανοίγω εγώ!’’

...Άνοιξα λες και ήξερα πως ήσουν. Δεν ξέρω. Ίσως χθες το τηλέφωνο, το στομάχι μου, δεν ξέρω.

Έτρεξες χωρίς να με κοιτάξεις...Έτρεξες κατευθείαν μέσα στο σπίτι.


[Κι είναι δύσκολες, χαλασμένες οι μέρες τον καιρό αυτό]

Δεν υπάρχουν σχόλια: