Παρασκευή, 1 Απριλίου 2011

οι ραφές.

Έτη φωτός
θα ζούσα ακολουθώντας το τρένο
με το θεριό
με τον άνεμο
που θα μας όριζαν
τις κόψεις
τις άκρες των δακτύλων μου
των χειλιών μου
και της μοναξιάς μου.

Έφτασα σε μια παραλία
χωρίς να ξέρω αν κάποτε αγάπησα
έφτασα με λιωμένα τα πόδια
με λιωμένα τα παπούτσια.
Δε ξέρω αν παιδί ή τέρας ήμουν..

Άναψα τσιγάρο στα μάτια μου
ένα σύννεφο θα έφερνε ένα κύμα
ένα κύμα όλη τη θάλασσα μέσα μου
για να σπάσουν οι ραφές μου
για να ανοίξουν...
δεν θα έλεγα για μένα
δεν θα έλεγα πια για τον κόσμο
δεν θα έλεγα για το θάνατο και για τη γένεση
δεν θα έλεγα τίποτα
ούτε καν που θα μίλαγα.
Τίποτα ανθρώπινο.

Θα έψαχνα
με τα χέρια μου στην άμμο
με τα μάτια τον ορίζοντα
τα έτη φωτός
και κείνο το θεριό
που σα πέρασε σα σμήνη πουλιών
όλα ντύθηκαν απόγεμα.

Έτη φωτός
θα ζούσα ακολουθώντας το τρένο...

2 σχόλια:

kioy είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.
kioy είπε...

Με κούρασε ο κόσμος και οι ιδέες του.
Όλα αυτά που στρίμωξα,
μες στη συμπάγεια του δέρματος,
να δείχνω συγκροτημένος.

Με κούρασαν τα ονόματα των ανθρώπων,
που παντού είναι ίδια.
Οι χίλιοι λόγοι που το πρωί είναι πρωι,
κι εμείς ξυπνάμε,
τρέχοντας ξοπίσω του.

Την κούραση τη μετράω στα μάτια.
Τα μάτια που φέρνουν τα λόγια.
Και τα όρθια λάβαρα.
Τα λόγια εκείνα που μας ποτίσαν,
λάσπη κάτω απ' τις ράγες,
σ' εδώ αταξίδευτα.

Θα φύγω, και θα πάρω μαζί τη σιωπή μου.
Κόσμε άκοσμε να μη με βρεις.
Άλλο μη με προστάξεις.
Τα τόσα που μπορεί κι εγώ να πιστέψω.
Και δοθώ πάλι,
αξόδευτα,
στις δανεισμένες διαδρομές μιας Άνοιξης μαλακισμένης.

Τη νιότη μου δε χαραμίζω,
Άλλο
στη συμπάγεια του δέρματος.