Παρασκευή, 4 Ιουλίου 2008

Κάτι σαν όνειρο...σαν παραμύθι...ΜΕΡΟΣ 8ο


Κάτι σαν όνειρο...σαν παραμύθι...

ΜΕΡΟΣ 8ο


-Δέντρα από χαρτί–

Π> Παιδί

Μ> Μαριονέτα


...το παιδί πετούσε ανάμεσα από τα σύννεφα, σκεφτόταν το ταξίδι του, κι ο δρόμος ήταν αλλιώτικος από πριν...πετούσε για πολύ ώρα...προσγειώθηκε σε ένα τόπο με πηχτή βρεγμένη στάχτη...σιωπή...μαύρος είναι ο ουρανός, σα νύχτα γένηκε ο τόπος…


...καθισμένο σε μια πέτρα ένα ξύλινο παιδί...το παιδί πλησιάζει το ξύλινο παιδί...


Π-Καλησπέρα...

Μ-Εσύ ποιος είσαι...;

Π-Δεν ξέρω...δεν έχω όνομα...

Μ-Ούτε κι εγώ...κανείς δεν ξέρει ποιος είναι...κανείς δεν έχει όνομα...

Π-Μπορεί και να μην έχει κανείς όνομα, να μην είχαμε ποτέ...

Μ-Δεν ξέρω...

Π-Τι κάνεις εδώ;

Μ-Μαζεύω στάχτη...

Π-Στάχτη;

Μ-Ναι στάχτη από καμένα δέντρα...

Π-Δεν χρησιμεύει πουθενά η στάχτη.

Μ-Με στάχτη και φτερά, νερό και ξερά φύλα γεννιούνται τα πουλιά...για να μην μουσκεύουν από την βροχή του Οκτώβρη...Εσύ τι κάνεις εδώ;

Π-Ξεκουράζομε από το δρόμο του ταξιδιού...

Μ-Είναι μακριά; που πας;

Π-Εκεί που κοιμάται ο ήλιος...

Μ-Δεν υπάρχει αυτός ο τόπος...μοναχά κίτρινες πολιτείες με ανθρώπους που μπουσουλάν σαν τετράκυκλα...Ο ήλιος δεν κοιμάται ποτέ...πύρινα λιθάρια τον στέριωσαν και φεγγαριού πνοή, σα πέσει η νύχτα γίνετε...

Π-Δεν είναι έτσι!!! Ο ήλιος κοιμάται σαν νυχτώσει στη δύση, εκεί δεν έχει πολιτείες, ούτε καμένα δάση αλλά σιωπή, πράσινα δέντρα και βιολετιά λουλούδια ανθισμένων κοιλάδων...δεν υπάρχει άνθρωπος ούτε για δείγμα...

Μ-Και τότε γιατί να πας σε έναν ανθισμένο τόπο χωρίς ανθρώπους...

Π-Επειδή αγαπάω την μοναξιά και σιχαίνομαι την τωρινή πραγματικότητας μορφής του κόσμου και γιατί οι άνθρωποι ζουν με ανθρώπους κι εγώ δεν είμαι άνθρωπος...

Μ-Τι είσαι τότε...;

Π-Παιδί.

Μ-Ανθρώπινο παιδί όμως...

Π-Είμαι μονάχα παιδί, δεν μεγαλώνω...παιδί πεθαίνω...

Μ-Ίσως...

Π-Πως έγινε η στάχτη...;

Μ-Από φωτιά, εύκολα καίγετε το χαρτί και τα δέντρα είναι χάρτινα...

Π-Κολάι στα πόδια μου η στάχτη...

Μ-Είναι από τη βροχή...

Π-Πότε έβρεξε...;

Μ-Πριν έρθεις...

Π-Μυρίζει το βρεμένο χώμα...

Μ-Δεν μπορώ να μυρίσω...

Π-Μυρίζει πολλή έντονα, μυρίζει όμορφα, σα βρεγμένο καλοκαίρι...

Μ-...γελώντας...Χαθήκαν και τα καλοκαίρια...

Π-Ίσως και να μην υπήρξαν ποτέ..

Μ-Μπορεί και αυτό...

Π-Εσύ που πάς;

Μ-Δεν πάω πουθενά...δημιουργό περιστέρια..

Π-Εσύ ξέρεις τότε... Πότε κάηκε το δάσος...;

Μ-Λίγο πριν έρθεις...

Π-Πρώτα κάηκε και μετά έβρεξε;

Μ-Όχι, όχι πρώτα έβρεξε...και μετά κάηκε...

Π-Θέλω να φύγω...έχω να συνεχίσω το ταξίδι...

Μ-Ελπίζω να φτάσεις εκεί που φθονείς...

Π-Να προσέχεις να μην βραχείς...το χαρτί μουσκεύει...




...μετέωρο στάθηκε το παιδί, ήξερε πως υπάρχει ο τόπος που ψάχνει...πετάει ψηλά και πότε κοντά στην θάλασσα όπου καθρεφτίζετε η μορφή του και σα σκιά ταΐζει τα κύματα...



...Συνεχίζετε...

2 σχόλια:

Chara είπε...

polu sygkinitikh istoria...
kalh synexeia...filia.

George είπε...

@Chara ευχαριστώ...τα λέμε...!!!:):)